Η 11η Σεπτεμβρίου θυμίζει στους περισσότερους το 2001 και το εφιαλτικό τρομοκρατικό χτύπημα στις ΗΠΑ. Αποσιωπάται, συνήθως, ότι την ίδια μέρα, την 11η Σεπτεμβρίου του 1973, ο δικτάτορας Αουγκούστ Πινοσέτ ανέτρεψε την κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας και του νόμιμου προέδρου της Χιλής Σαλβαντόρ. Ο Χρήστος Λάσκος (Ενθέματα της Κυριακάτικης Αυγής, 15.2.2009) ανατρέχει στο γεγονός και αναλύει τη σημασία της χιλιανής εμπειρίας από τη σκοπιά μιας σύγχρονης στρατηγικής για τον σοσιαλισμό.
Οι Ετιέν Μπαλιμπάρ, Κώστας Δουζίνας και Στάθης Κουβελάκης σε εκδήλωση του Ινστιτούτου Ανθρωπιστικών Επιστημών του Πανεπιστημίου του Μπέρκμπεκ (5.5.2010, ηχητικό απόσπασμα εδώ) και στην Εποχή (23.5.2010, εδώ)
Ο Γιάννης Δραγασάκης στην Αυγή (23.5.2010, εδώ) και την Ελευθεροτυπία (20.5.2010, εδώ) http://www.enet.gr/?i=news.el.politikh-aristera&id=164210. To προσωπικό ιστολόγιο του εδώ
Η αρθογραφία του Χρήστου Λάσκου εδώ
Το προσωπικό του ιστολόγιο εδώ
Σημειώνει ο Παντελής Μπουκάλας στην Καθημερινή (1.4.2010):
“Το όνομα «Μεγάλη Εβδομάδα» μένει ακόμα, αλλά έχει βραχύνει, έχει μειωθεί και ποσοτικά και ποιοτικά. Αίφνης, ό,τι προ εικοσαετίας δεν θα ακουγόταν καν γιατί και μόνο το άκουσμά του θα εκλαμβανόταν (και όχι μόνο από τους πιστεύοντες) ως προσβολή, τώρα θεωρείται δεδομένο. Εννοώ, λ.χ., τη διοργάνωση αγώνων ποδοσφαίρου ή μπάσκετ Μεγάλη Πέμπτη ή και Μεγάλο Σάββατο, για να συμφύρεται έτσι το τρίποντο με το «λόγχη εκεντήθη» ή η χαρά του γκολ με τη χαρά της αναστάσιμης πανηγύρεως. Μα, έτσι προστάζουν οι Ευρωπαίοι, θα πει κανείς, αλλά δεν είναι σίγουρο ότι έχει δίκιο, γιατί και οι δικοί μας ιθύνοντες ορίζουν αγώνες στην καρδιά της Μεγαλοβδομάδας, όπως άλλωστε και στις εθνικές εορτές. Αλλά, φαντάζομαι, κανένα νόημα δεν έχουν απορίες ή ενστάσεις αυτού του τύπου όταν στη μνήμη μας υπάρχει ο βομβαρδισμός της Σερβίας ανήμερα το Πάσχα, από επιδρομείς χριστιανότατους βέβαια”.
Ο Χρόνης Αηδονίδης και η Νεκτραία Καραντζή ψάλλουν τα εγκώμια της Μ. Παρασκευής, μια σύνθεση σπάνιας ομορφιάς, με εξέχουσα θέση στην εκκλησιαστική ποίηση
Το Θέατρο δεν παραγνωρίζει, βεβαίως, ούτε την εκλεκτική συγγένεια της θρησκείας με το θάνατο, ούτε “τι είν’η Πατρίδα μας”: τον ιδεολογικό ρόλο της Εκκλησίας και τις χρήσεις του βυζαντινού τελετουργικού από εθνικόφρονες και νεο-ορθόδοξους, τους τραμπουκισμούς για την απόσπαση του Αγίου Φωτός και την υποδοχή του (του Φωτός…) ως αρχηγού κράτους, την -αιματηρή, συχνότατα- οικοδόμηση και αποδόμηση του “αγαπάτε αλλήλους” από χριστιανούς που δεν είχαν το Χριστό τους, τον πρωτόγονο αντιεβραϊσμό της χριστιανικής υμνογραφίας, την υποκρισία των νηστευόντων πριν τσακίσουν τον αγλέορα και τον πόνο των ανέστιων, η μοναξιά των οποίων γίνεται πιο αφόρητη τις μέρες που όλοι σμίγουν και αγαπιούνται, στ’αλήθεια ή από έθιμο.
Την ίδια στιγμή, ωστόσο, ομολογεί τη συγκίνησή του από την ομορφιά της ακολουθίας της Μεγάλης Εβδομάδας, χαζεύει στην τηλεόραση στιγμιότυπα απ’τον χιλιοπαιγμένο “Ιησού από τη Ναζαρέτ”, διαλέγει προσεκτικά μια λαμπάδα για δώρο στους πιο αγαπημένους, ψάχνει κείμενα του Σάββα Αγουρίδη και του Παναγή Λεκατσά στην Αυγή και την Εποχή, (και βρίσκει εδώ ένα πρόσφατο του Χρήστου Λάσκου), ζαλίζεται απ’τη μυρωδιά έξω απ’το Lido, θα δεχόταν με χαρά ως δώρο τα πασχαλινά διηγήματα του Παπαδιαμάντη (πόσο συνεπής, ιδεολογικά, οφείλει να είναι η απόλαυση της ανάγνωσης;), ανυπομονεί να τσουγκρίσει κόκκινα αυγά και να γυρίσει τη σούβλα (όχι την ηλεκτρική…), και θα ευχηθεί σε φίλους και γνωστούς “Χρόνια Καλά” με την καρδιά του- αντί “Χριστός Ανέστη”.
Κι όλα αυτά, για τον απλούστατο λόγο ότι οι γιορτές είναι καλύτερες από τις άλλες μέρες και διότι ο Παντελής Μπουκάλας έχει δίκιο: οι γιορτάδες μέρες πρέπει να ξεχωρίζουν απ’ τις άλλες. Πρέπει να μυρίζουν γιορτή.
ΣΧΟΛΙΑ ΘΕΑΤΩΝ