Τάξη εναντίον τάξης ή Καθένας δεν βλέπει παρά ό,τι του επιτρέπει η θέση του

Το οικονομικό και πολιτικό κατεστημένο, έγραφε πριν από μερικές μέρες στην Αυγή ο Χρήστος Λάσκος, έχει πείσει ένα σημαντικό τμήμα των θυμάτων της κρίσης, πως, με κάποιον τρόπο, ευθύνονται κι αυτά για το «κατάντημα της χώρας».Έχει, λοιπόν, ζωτική σημασία -συνέχιζε- να πείσουμε τους απλούς ανθρώπους πως δεν «ευθύνονται» για τίποτε. Στη χώρα με τους χαμηλότερους μισθούς, τις πιο ξεφτιλισμένες συντάξεις, τις χειρότερες με διαφορά κοινωνικές υπηρεσίες το εγχείρημα αυτό είναι σχετικά εύκολο.

Αλλά, τότε, ποιος να πληρώσει; Καταρχήν, να πληρώσουν τα εισοδήματα από κέρδη. Θα έπρεπε οι ελληνικές τράπεζες να επιστρέφουν τη διαφορά που οικονομούν από τον δανεισμό του Ελληνικού Δημοσίου στο ακέραιο στο ελληνικό δημόσιο. Λένε κάποιοι και ανάμεσά μας: Μα πώς, αυτό προσκρούει και σε νομοθετικά εμπόδια. Και λοιπόν; Η αριστερά από πότε υπάρχει για να σέβεται «την τάξη και την ευνομία» των αστών; Ας εξηγήσουν αυτοί στον απλό κόσμο τις συνθήκες και τους νόμους τους. Ας ανοίξει αυτή η συζήτηση και θα δούμε πόση είναι η δυνατότητα πειθούς -κι ας έχουν όλα τα μέσα δικά τους.

Επιπλέον, ας πληρώσουν -για τα χρόνια που θα κρατήσει η προσπάθεια «σταθεροποίησης»- οι επιχειρήσεις με μεγάλες μειώσεις των κερδών τους, που πέρσι, μέσα στην κρίση, για τις Α.Ε. ξεπέρασαν τα 20 δισεκατομμύρια. Αν ήταν 5, θα είχαμε εξοικονομήσει το μισό δημόσιο έλλειμμα. Γιατί όχι; Η κυβέρνηση επιλέγει αντίθετα να μειώσει ακόμη περισσότερο τους φορολογικούς τους συντελεστές.

Δεν είμαστε με τον «λαό», αλλά με τους εκμεταλλευόμενους

Ένας από τους μεγαλύτερους κινδύνους που αντιμετωπίζουμε -λόγω και μιας ορισμένης εξαιρετικά προβληματικής αριστερής «παράδοσης»- είναι εκεί που μας χρωστάνε, ως αριστερά, να μας πάρουν και το βόδι. Τι εννοώ; Πολύ απλά ότι υπάρχει η πιθανότητα να μας βγει η ίδια κυβέρνηση από αριστερά ως σημαιοφόρος της «άρσης των αδικιών σε βάρος των πραγματικά εκμεταλλευόμενων» επιτιθέμενη σε ρετιρέ και φοροδιαφεύγοντες. Και θα συμβεί αυτό αν συνεχίσουμε να έχουμε μια αδιαφοροποίητη αναφορά στους μισθωτούς εν γένει ή πολύ περισσότερο στον λαό γενικώς.

Έχει πολύ μεγάλη σημασία, λοιπόν, να διαμορφώσουμε την πολιτική και τον δημόσιο λόγο μας δείχνοντας με σαφήνεια πως κατανοούμε ότι υπάρχουν πολύ διαφορετικές κατηγορίες μισθωτών, που δεν χρήζουν της ίδιας υπεράσπισης όλες, όπως και ότι τμήμα του «λαού» είναι μεγάλες ομάδες ελευθεροεπαγγελματιών και μικρομεσαίων εργοδοτών, τα οποία, εκτός του ότι φοροκλέβουν ασύστολα, είναι συχνά και οι πιο ακραίοι εκμεταλλευτές του προσωπικού τους. Η αριστερά δεν μπορεί παρά να είναι πρώτη στον αγώνα ενάντια σε αυτές τις αντικοινωνικές και εκμεταλλευτικές πρακτικές. Κανενός είδους «αντιμονοπωλιακές συμμαχίες» δεν μπορεί να δικαιολογήσει την -παθητική, έστω- ανοχή σε τέτοια φαινόμενα.

Η κύρια αντίθεση είναι μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας και όχι μεταξύ μεγάλου κεφαλαίου και λαού -στο εσωτερικό του οποίου συνωθούνται κατά περίπτωση οι πάντες πλην Λακεδαιμονίων και, κυρίως, το κεφάλαιο… που δεν είναι μεγάλο. Και στην περίοδο της καπιταλιστικής κρίσης αυτή η αντίθεση είναι που εμφανίζεται ακόμη καθαρότερα.

Αυτό που χρειάζεται, άρα, είναι ένας πολιτικός λόγος ταξικός και όχι «λαϊκός», που θα ονομάζει με πιο σαφή τρόπο τις κοινωνικές του αναφορές, που θα ονομάζει, δηλαδή, τον χειρώνακτα εργάτη, τον επισφαλή των υπηρεσιών, την υπάλληλο του εμπορικού και του σούπερ μάρκετ. Ένας πολιτικός λόγος που θα μιλάει με πιο εντοπισμένο και διαφοροποιημένο τρόπο σε αυτές και τις παρόμοιες με αυτές κατηγορίες του πληθυσμού.

Η Ε.Ε. και το δοκιμαζόμενο έθνος

Κύριο τμήμα της αφήγησης για όσα μας συμβαίνουν τον καιρό αυτό είναι πως βρισκόμαστε ως χώρα στο χείλος του γκρεμού και δεν έχουμε άλλο περιθώριο να δαπανούμε αλόγιστα -ήρθε η ώρα της πληρωμής για την πρόσφατη αδικαιολόγητα παρατεταμένη ευμάρειά μας! «Εμείς» φταίμε, «εμείς» οι Έλληνες αδιακρίτως, που τρώγαμε με χρυσά κουτάλια κι «εμείς» πρέπει να πληρώσουμε. Όλοι «εμείς», οι Έλληνες και οι Ελληνίδες -και, ακόμη πιο πολύ, οι μετανάστες. Άλλος λιγότερο κι άλλος περισσότερο φταίμε όλοι, ο φοροπληρωτής και ο φοροκλέφτης, ο τραπεζίτης και η πωλήτρια, η παρθένα και ο σατανάς. Το γεγονός, ας πούμε, πως ένα μέρος του δημόσιου χρεους οφείλεται στη βοήθεια προς τις τράπεζες δεν έχει σημασία. Φταίμε και που πληρώσαμε. Ας ανασκουμπωθούμε, λοιπόν, γιατί είναι και η Ε.Ε. που δεν αστειεύεται. Ως έθνος θα πρέπει να ανταποκριθούμε -υπάρχει και η παραλλαγή που λέει πως ως έθνος, ή οιονεί έθνος, θα πρέπει να «αντισταθούμε», πράγμα που, νομίζω, δεν κάνει ουσιαστική διαφορά.

Είναι κρίσιμο να πείσουμε πως η αφήγηση αυτή είναι παραπειστική και ακραία μεροληπτική υπέρ των οικονομικά και πολιτικά ισχυρών. Ούτε η δημοσιονομική κατάσταση είναι πρωτοφανής ούτε πεθάναμε στην ευημερία όλοι και μας έρχεται γιʼ αυτό ο λογαριασμός, ούτε «εξαναγκάζεται» η κυβέρνηση από έξωθεν πιέσεις να κάνει όσα κάνει κι άλλα τόσα. Απόδειξη για το τελευταίο είναι πως, ενώ το επικαλείται, δεν χάνει ευκαιρία να δραματοποιεί την κατάσταση πολύ περισσότερο από όσο η Ε.Ε. Θέλω να πω, πώς είναι δυνατόν να διαμαρτύρεσαι για πιέσεις, όταν εσύ διαρκώς ισχυρίζεσαι πως «βουλιάζουμε», «ετοιμαζόμαστε ως Τιτανικός για την πρόσκρουση» και άλλα χειρότερα;

Ποια είναι η ορθή αφήγηση; Η κυβέρνηση, όπως και η προηγούμενη, επιθυμεί μια πολιτική απολύτως συμβατή με όσα την «εξαναγκάζουν» να κάνει. Εάν αυτός ο «εξαναγκασμός» έλειπε, θα έπρεπε να εφευρεθεί. Το κεφάλαιο στο πλαίσιο του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού -και όχι μόνο το «ξένο», όχι μόνο το «μεγάλο»- με πολύ συνειδητό τρόπο επιτίθεται στην ελληνική εργατική τάξη επιχειρώντας μέσα από τη μεγαλύτερη δυνατή εκμετάλλευσή της να «αντιμετωπίσει» την καπιταλιστική κρίση. Επιδιώκει, με άλλα λόγια, να μετατρέψει ακόμη περισσότερο την κρίση του κεφαλαίου σε κρίση της εργασίας.

Το Σύμφωνο Σταθερότητας, οι επιθετικές δηλώσεις, οι αξιολογήσεις, η στάση της Ε.Ε. υπηρετούν αυτήν την επιδίωξη και, μʼ αυτήν την έννοια, ο «εξαναγκασμός» είναι όχι μόνο καλοδεχούμενος για το κεφάλαιο και τους πολιτικούς του εκπροσώπους, είναι πραγματικά ευχής έργο. Η Ε.Ε. αυτό που κάνει είναι να αξιοποιεί την ελληνική περίπτωση με την πρόθυμη κυβέρνησή της για να δώσει το μήνυμα στο σύνολο της ευρωπαϊκής εργατικής τάξης.

Να ονομάζουμε τον καπιταλισμό

Τέλος, ένα πράγμα που είναι αναγκαίο να γίνεται στον λόγο ενός αριστερού πολιτικού οργανισμού είναι ο συνειδητός αντικαπιταλιστικός προσανατολισμός.

Η κρίση είναι καπιταλιστική. Οι μαρξιστές επέμεναν ακόμη και στις εποχές της «ευημερίας» -και δικαιώθηκαν για πολλοστή φορά- πως κανένα από τα κέρδη των εκμεταλλευόμενων στον καπιταλισμό δεν είναι διαρκές. Η ανορθολογικότητα του συστήματος, όπως με τρομώδη τρόπο ξεσπάει στην κρίση, είναι τέτοια που του προσδίδει μια ασύλληπτη καταστροφική δυναμική και θέτει εν αμφιβόλω την ίδια την επιβίωση της ανθρωπότητας και του πλανήτη.

Η υπέρβαση του καπιταλισμού επιβάλλεται ακόμη περισσότερο σήμερα -και για λόγους στοιχειώδους ασφάλειας. Η περίσταση είναι τέτοια που θα πρέπει να μιλήσουμε ξανά για την επικαιρότητα και την αναγκαιότητα του κομμουνισμού. Αν δεν αρχίσουμε να το φωνάζουμε σήμερα, πότε θα το κάνουμε;

Advertisements

Περί theatrodromou
Το Θέατρο Δρόμου είναι ένας τρόπος να πεις όσα μπορούν να ειπωθούν με κείμενα, εικόνες και μουσικές.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: