Για το «Τρίτο Στεφάνι», και πάλι

Ανακάλυψα τον Ταχτσή το 1995, όταν ο ΑΝΤ1 «ανέβασε» επί της οθόνης το Τρίτο Στεφάνι σε σκηνοθεσία Γιάννη Δαλιανίδη. Μου άρεσαν τα σκηνικά και οι διάλογοι «εποχής», ήξερα την Μεντή από τις Χάριτες και ήταν εύκολο να με κερδίσουν η Άλκηστις Πρωτοψάλτη στο τραγούδι των τίτλων και η Λήδα Πρωτοψάλτη στον ρόλο της κυρα-Εκάβης. Για να είμαι ειλικρινής, κανέναν Ταχτσή δεν ανακάλυψα τότε: η σειρά μου θύμιζε κάτι απ’τα Βαμμένα κόκκινα μαλλιά και ήμουν επιρρεπής στο άρωμα «εποχής», πόσο μάλλον επενδυμένο με ομοφυλοφυλικούς έρωτες, «πικάντικο» λεκτικό, αναπαραστάσεις του ’36 και του ’40, καθώς κι ένα γυναικείο κους-κους πολύ οικείο μου.

https://i0.wp.com/4.bp.blogspot.com/_fq6-PDwojkQ/SsizGL21gGI/AAAAAAAABt0/OaEY9Cv_UAQ/s1600/TV+1.jpg

Το καστ του τηλεοπτικού Τρίτου Στεφανιού (1995). Η Λήδα Πρωτοψάλτη δίπλα στη Νένα Μεντή – Νίνα στο «Στεφάνι» του Δαλιανίδη και «Εκάβη» σ’αυτό του Φασουλή

Αντίθετα με τα Βαμμένα κόκκινα μαλλιά, το βιβλίο του Ταχτσή έπεσε στα χέρια πολλά χρόνια αργότερα, όταν δηλαδή είχα εξοικειωθεί –εντελώς επιφανειακά, έστω- με την προβληματική της ψυχανάλυσης και τις κρυφές σημασίες της (κάθε) οικογενειακής ιστορίας. Τότε μόνο θα έμενα με το στόμα ανοιχτό, διαπιστώνοντας την ικανότητα του Ταχτσή –διόρθωση: τη δεινότητά του- να στήνει γυναικείους χαρακτήρες με τόσο βάθος, να ανασύρει στην επιφάνεια τόσο –μα τόσο- σκοτάδι, κι απ’το σκοτάδι αυτό να φωτίζει εποχές τόσο μακρινές και ψυχισμούς τόσο κοντινούς μας.

Με είχαν προϊδεάσει, βεβαίως, τα Ρέστα· η δεσποτική σκιά της μάνας, της μητέρας που άρχει βασανίζοντας κι επιβραβεύοντας, συνθλίβοντας και συνθλιβόμενη, πονώντας, με όλες τις διαθέσεις της λέξης.

Η κεντρικότητα της φιγούρας αυτής είναι αμείλικτα παρούσα στο Στεφάνι, εντός του οποίου δεν υπάρχει χώρος για έναν άνδρα-σταθερό σημείο αναφοράς: ο Ντίνος -πέτρα του σκανδάλου- πεθαίνει στην εξορία και ο παράνομος εραστής του, ο Φώτης, από συρίγγιο, ο Αντώνης από τον καημό του (και χωρίς η Νίνα να τον έχει ποτέ ερωτευτεί), ο Θόδωρος –«καραφλός»- δεν είναι παρά μια λύση άφατης ανάγκης, ο Λόγγος πέφτει θύμα της μεγαλομανίας του, ο μονίμως υπόδικος Δημήτρης τσακίζεται από τις «ασωτείες», τα ναρκωτικά και τον δεσποτισμό της Εκάβης, ο Μπάμπης ηττάται κατά κράτος από την Ελένη και το αλκοόλ και μόνο ο Άκης κάπως διασώζεται –αν διασώζεται ο ήρωας που ταυτίζεται με τον συγγραφέα.

Το Τρίτο Στεφάνι είναι η ιστορία μιας φιγούρας σε κάθετη πτώση, της ανδρικής. Και την ίδια στιγμή, η γεωγραφία μιας μεγάλης γειτονιάς που ζει (σ)τη δίνη πολέμων και διχασμών, σπαρασσόμενη η ίδια από τους καθημερινούς πολέμους και τα αιματηρά ψυχορραγήματά της: τις οδύνες της απαγορευμένης απόλαυσης και της αυτοκαταστροφής, ενός Χρέους παντοτινά υπέρτερου της Αγάπης και τρομακτικά συνώνυμου της Ιδιοτέλειας, μιας αγάπης που δεν διακρίνεται από την καταστροφή και –«φυσικά»- ενός Θανάτου πανταχού παρόντα σε κάθε της βήμα.

Πρωταγωνιστής εδώ είναι ο Θύτης-Θύμα. Δεν θα μπορούσε να υπάρξει πιστότερη προσωπογραφία αυτής της φονικής και αυτοκαταστροφικής, συνάμα, προσωπικότητας: του μεγαλείου και της γελοιότητας, του τσακισμένου ορθολογικού εγωιστή, του κομμουνιστή που υποκύπτει στους εκβιασμούς της οικογένειας ή ιδεολογικοποιεί την αγυρτεία και τον τυχοδιωκτισμό του, του βασανισμένου γιου που βυσσοδομεί στην βασανιστική μητέρα του, της αρνημένης κόρης που εκμεταλλεύεται και ταπεινώνει, της γυναίκας που δεν αγαπήθηκε και –«φυσικά»- δεν αγάπησε, της χαροκαμένης μάνας που εκδικήθηκε και έπνιξε «από αγάπη».

Ο Ταχτσής βλέπει και μας δείχνει πόσο τυφλές είναι οι διαδρομές των ανθρώπων και πόσο «ιδιαίτερες» είναι οι προσωπικές συναντήσεις τους με τις μεγάλες στιγμές της σύγχρονης ιστορίας –τον Μακεδονικό Αγώνα, τους Βαλκανικούς και τον Διχασμό, την Μικρασιατική Καταστροφή, τη δικτατορία του Μεταξά, τον πόλεμο του ’40 και την Κατοχή. Ιδιαίτερες, ως το σημείο να περνούν στο ντούκου. Φιλτραρισμένες: από τον «απαγορευμένο» και τον αγοραίο έρωτα, την αυτοδιάθεση και την αυτοκαταστροφή των σωμάτων, τις κάθε είδους σχέσεις που καθοδηγεί το γυμνό συμφέρον, τον ιδεαλισμό και τον κυνισμό, την καθημερινή και κάθε είδους βία όλων εναντίον όλων.

«Αν θες να πεις την αλήθεια, μην τη γράψεις όλη». Η αλήθεια του Τρίτου Στεφανιού, όπως την είδε και τη σκηνοθέτησε ο Σταμάτης Φασουλής στο Εθνικό Θέατρο, είναι ακέραιη, και τόσο διαχρονική σαν τέτοια, που τσακίζει.

Advertisements

Περί theatrodromou
Το Θέατρο Δρόμου είναι ένας τρόπος να πεις όσα μπορούν να ειπωθούν με κείμενα, εικόνες και μουσικές.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: