Μπορεί να αλλάξει η Ευρωπαϊκή Ένωση ή καλύτερα να φεύγουμε;

Ο Θόδωρος Παρασκευόπουλος εξηγεί στα Ενθέματα της Κυριακάτικης Αυγής (11.4.2010) ποιο λάθος κάνουν οι υπέρμαχοι της εξόδου της Ελλάδας από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Κατά τη γνώμη μου το σημαντικό λάθος όσων υποστηρίζουν την έξοδο της Ελλάδας από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή από τη «ζώνη του ευρώ» δεν είναι η περιγραφή της κατάστασης στην Ένωση. Εκεί έχουν εν πολλοίς δίκιο. Η Ένωση είναι σήμερα η αποτελεσματικότερη μηχανή επιβολής των συμφερόντων τουκεφαλαίου που υπήρξε ποτέ. Ενώ άλλα θεσμικά οικοδομήματα τα «τραβούν οι πεθαμένοι απ’ το ποδάρι», όπως θα έλεγε ο Μαρξ, η Ένωση είναι μοντέρνα: το θεσμικό της οικοδόμημα μοιάζει απρόσβλητο από τις άμεσες ταξικές συγκρούσεις που διεξάγονται σε εθνικό επίπεδο, είναι φτιαγμένο για να μην επηρεάζεται από τις κοινωνικές  διεργασίες και συγκρούσεις και να μειώνει το «πολιτικό κόστος» των κυβερνήσεων, αφού εκείνη κι όχι αυτές εμφανίζεται υπεύθυνη για την ασκούμενη πολιτική. Σε αυτό το οικοδόμημα γίνονται προσθήκες και μερεμέτια, προκειμένου να αποκτήσει την αντοχή που έλεγε ο Οράτιος πως έχει η ποίησή του.

Νεοφιλελευθερισμός φορ έβερ

Από εκεί πηγάζει ο ευρωσκεπτικισμός που δεν θεραπεύεται, όπως φαίνεται να πιστεύει ο Γεράσιμος Μοσχονάς («Ενθέματα», 7.3.2010), αν αναφέρουμε κάποιο όφελος της Ελλάδας ή κάτι καλό που έφερε στον κόσμο η Ε.Ε. Οι κοινοί άνθρωποι, βλέπεις, είναι πιο ρεαλιστές από τους πολιτικούς επιστήμονες και συγκρίνουν τη ζωή τους με το άμεσο παρελθόν, όχι με το μακρινό. Οι λογαριασμοί κόστους-οφέλους, άλλωστε, είναι αναγκαίοι για τις επιχειρήσεις — η μεταφορά τους στην πολιτική οδηγεί σε κακοτεχνίες.

Ο χαρακτήρας της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ανέφερα, φαίνεται, π.χ., στο ενημερωτικό φυλλάδιο της Μπούντεσμπανκ, όπου εξιστορείται πώς ο γερμανικός νόμος για την ανεξαρτησία της Κεντρικής Τράπεζας, εμφυτεύτηκε στη Συνθήκη του Μάαστριχτ, προκειμένου, απλός νόμος προηγουμένως, να χρειάζεται πια τη σύμφωνη γνώμη 27, τώρα πια, κρατών για ν’ αλλάξει, και διευρύνθηκε με την απαγόρευση να δανείζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα κράτη — ώστε να κερδοσκοπούν οι ιδιωτικές τράπεζες.

Δεν είναι τυχαίο ότι αυτή η διαδικασία άρχισε με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ το 1992. Το 1986, με την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη, η νίκη του 1989 διαφαινόταν απλώς, δεν είχε επέλθει ακόμα. Είναι πραγματολογικό λάθος (που πηγάζει από την πλάνη ότι ο νεοφιλελευθερισμός είναι οικονομία δίχως πολιτική) ο ισχυρισμός προσυνεδριακού κειμένου πτέρυγας του Συνασπισμού ότι στη βάση της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης οργανώθηκε «ο τρελός χορός του νεοφιλελευθερισμού στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα», και ότι οι κατοπινές Συνθήκες έστω ανοίγουν τον δρόμο για κάποιον έλεγχο. Αντίθετα: οι θεσμοί που δημιούργησαν αυτές οι Συνθήκες είναι φτιαγμένοι για να εμποδίζουν τον έλεγχο και να αφυδατώνουν τους θεσμούς της λαϊκής κυριαρχίας. Ακόμα και η λεγόμενη ενίσχυση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου –κατ’ όνομα κοινοβουλίου, όπως διαπιστώνει μάλιστα σχετική απόφαση του γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου– περισσότερο δικαιολογεί τον εκφυλισμό των κοινοβουλίων των κρατών-μελών σε όργανα επικύρωσης, παρά φέρνει στοιχεία λαϊκής κυριαρχίας στην Ένωση.

Χαρακτηριστικό είναι από αυτή την άποψη και το συνταγματικό πραξικόπημα των αστικών κομμάτων στη Γαλλία, προκειμένου να μη γίνει δημοψήφισμα για τη Συνθήκη της Λισσαβώνας: ανυπάκουοι θεσμοί λαϊκής κυριαρχίας καταργούνται.

Πάμε να φύγουμε;

Το πρώτο λάθος όσων με αξίωση προοδευτικότητας μιλούν για αποχώρηση της Ελλάδας από την Ε.Ε. είναι η ιδέα ότι υπάρχει διαφορετικό πεδίο από εκείνο που διαμορφώνει η Ιστορία, κι έτσι μπορούμε να διαλέγουμε κατά βούληση. Το δεύτερο λάθος είναι η παραγνώριση του μεγάλου βήματος της συνένωσης της ευρωπαϊκής εργατικής τάξης — βέβαια υπό την κυριαρχία του κεφαλαίου: εμείς, βλέπεις, τον περασμένο αιώνα αποτύχαμε να τη συνενώσουμε διαφορετικά! Το τρίτο λάθος είναι η παραγνώριση του κινδύνου για την ειρήνη από τυχόν επιστροφή στον παλιό εθνικοκρατικό κατακερματισμό της ηπείρου μας. Το τέταρτο λάθος είναι η φενάκη ότι αυτή η διάλυση θα βελτιώσει τις συνθήκες υπό τις οποίες διεξάγεται η ταξική πάλη. Λες και με την αποχώρηση της Ελλάδας θα επανέλθει ειδικά στις ακτές της Μεσογείου η ευνοϊκή συγκυρία της μεταπολεμικής περιόδου και θα ακυρωθούν οι αλλαγές των τελευταίων δύο δεκαετιών του 20ού αιώνα. Αν αυτό δεν είναι φυγή από την πραγματικότητα…

Μα, θ’ ακουστεί η ένσταση, αν πράγματι η Ε.Ε. είναι η «μηχανή» που αναφέρεται στην αρχή, δεν πρέπει να διαλυθεί; Για να μπει, όμως, στη θέση της τι πράγμα καλύτερο που με τις διαγραφόμενες για το ορατό μέλλον συνθήκες θα μπορούσε να γίνει; Κι αν, σου λέει ο άλλος, αλλάξουν τα πράγματα σε μία ή σε περισσότερες χώρες και αυτή η «μηχανή» είναι εμπόδιο; Το λάθος της ένστασης είναι η άρρητη υπόθεση πως οι αλλαγές σε χώρες-μέλη δεν επηρεάζουν την κατάσταση της Ένωσης. Και το δεύτερο λάθος είναι ο σχεδιασμός της πολιτικής με υποθέσεις για εξελίξεις που δεν διαφαίνονται στο ορατό μέλλον.

Πώς δεν μπορεί να αλλάξει η Ένωση

Παρά την απόσταση των ευρωπαϊκών θεσμών από το γίγνεσθαι σε εθνικό επίπεδο και τα εμπόδια που παρεμβάλλουν οι ευρωπαϊκοί θεσμοί σε αλλαγές στα κράτη-μέλη, η Ένωση είναι ένωση κρατών που η βούλησή της διαμορφώνεται από κοινές αποφάσεις κρατών, και επομένως είναι αναγκασμένη, παρά τα φαινόμενα και τις προθέσεις, να αντιδρά σε πολιτικές και κοινωνικές διεργασίες στα κράτη-μέλη της. Ήδη λαμβάνονται μέτρα για πρόληψη δυσάρεστων εξελίξεων: η «ρήτρα αλληλεγγύης» στη Συνθήκη της Λισσαβώνας που εγκαθιστά κάτι σαν επανέκδοση του «δόγματος Μπρέζνιεφ» (με το οποίο εκ των υστέρων δικαιολογήθηκε η εισβολή των Σοβιετικών και των συμμάχων τους στην Τσεχοσλοβακία το 1968) ή οι σκέψεις για αποβολή απείθαρχων κρατών-μελών (για τους δημοσιονομικά δύστροπους, λέει, αλλά, αν ανοίξει αυτή η πόρτα, θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για πολιτικά δύστροπα μέλη — άλλωστε και η δημοσιονομική δυστροπία είναι πολιτική).

Όλη η ανησυχία και η προσπάθεια να θωρακιστεί θεσμικά το υπάρχον, προσπάθεια που καλύπτεται με την επίκληση οικονομικών αναγκών, δείχνει και το αντίθετό της: ότι δηλαδή είναι αισθητή η πίεση για αλλαγές, κι ας μην εκφράζεται αυτή από το εργατικό κίνημα και τις δυνάμεις της Αριστεράς, κι ας μην είναι οι αλλαγές που θα επέλθουν εκείνες που θα επιδίωκε η Αριστερά.

Η «πολιτική ενοποίηση» υπάρχει

Στην πραγματικότητα η ίδια η δομή της Ένωσης –δηλαδή η απουσία ενωσιακών θεσμών λαϊκής κυριαρχίας– δεν επιτρέπει αλλαγές παρά μόνο ως αποτέλεσμα συγκρούσεων σε εθνικό επίπεδο και αλλαγής του συσχετισμού στα κράτη μέλη. Εκεί υπάρχει η λαϊκή κυριαρχία και εκεί μπορεί να εκδηλωθεί.

Η απουσία θεσμών λαϊκής κυριαρχίας στην Ένωση είναι κάτι τελείως διαφορετικό από τον μύθο της «απουσίας πολιτικής ενοποίησης». Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι πολιτική ένωση, ασκεί πολιτική σε όλους τους τομείς, αλλά δεν είναι δημοκρατική πολιτική οντότητα. Η διαρκής επίκληση της «ανάγκης για πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης» απλώς προσφέρει άλλοθι στην αντιδημοκρατική πολιτική ενοποίηση που συντελείται, και στη συνέχιση της αντιδημοκρατικής πορείας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Αντίθετα, η πρόταση π.χ. του ΣΥΡΙΖΑ να δεσμεύεται η κυβέρνηση σε συνεδρίαση της Βουλής για τη στάση της στα κοινοτικά όργανα και να υπάρχει δημόσια συζήτηση δείχνει φροντίδα για την ενίσχυση των θεσμών λαϊκής κυριαρχίας σε εθνικό επίπεδο απέναντι στο άβατο των Βρυξελλών. Το προτέρημα τέτοιου είδους προτάσεων είναι ότι συνδέονται ευθέως με την απολύτως δικαιολογημένη ανησυχία των πολιτών για το «τι κάνουν αυτοί εκεί πέρα». Του Αντώνη Μανιτάκη, νομίζω, ήταν η σκέψη για ένα Κοινοβούλιο των Κοινοβουλίων.

Όμως, αυτό που λείπει από την ευρωπαϊκή πολιτική της Αριστεράς δεν είναι οι προτάσεις. Οι καλύτερες προτάσεις (ας πούμε η πολύ επίκαιρη πρόταση της γερμανικής Linke για τις ενδοενωσιακές εμπορικές συναλλαγές που δημοσιεύτηκε στην Εποχή την Κυριακή του Πάσχα) είναι άχρηστες δίχως ανθρώπους στους δρόμους. Αυτή είναι η προϋπόθεση για οποιαδήποτε αλλαγή, και ως εκ τούτου οι αβασάνιστες επιθέσεις στον νέο εχθρό, τον λεγόμενο «κινηματισμό», μάλλον έναν συντηρητικό καθωσπρεπισμό εκφράζουν παρά οτιδήποτε άλλο.

ΥΓ. Ας μου επιτρέψει ο φίλος Γεράσιμος Μοσχονάς μια παρατήρηση για τη συνέντευξή του στα «Ενθέματα» στις 7 Μαρτίου. Όσο κι αν έψαξα, δεν βρήκα καμία Αριστερά που «στις σημαίες της» να έχει γραμμένο τον «περιορισμό της αγοράς», όπως εκείνος ισχυρίζεται. Συνήθως η Αριστερά μιλάει για την ιδιοκτησία, διότι από ιδρύσεώς της τα έχει βάλει με την εκμετάλλευση. Άλλωστε, για τον «περιορισμό της αγοράς φροντίζουν οι καπιταλιστές μόνοι τους, δες αερομεταφορές, τράπεζας κ.λπ. Η τελευταία δήλωση για «περιορισμό της αγοράς» που διάβασα, ήταν της Άγκελας Μέρκελ στις 9 Μαρτίου σε κοινή συνέντευξη Τύπου με τον πρόεδρο της ομάδας του ευρώ Ζαν Κλοντ Γιούνκερ στο Λουξεμβούργο.

Advertisements

Περί theatrodromou
Το Θέατρο Δρόμου είναι ένας τρόπος να πεις όσα μπορούν να ειπωθούν με κείμενα, εικόνες και μουσικές.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: