Ανήκει η Τουρκία στην Ευρώπη;

Με αφορμή την έναρξη του 6ου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Φόρουμ στην Ισταμπούλ, αλλά και τη συζήτηση που έχει ανοίξει (και) στη χώρα μας σχετικά με τον διεθνή ρόλο της Τουρκίας και τη νέα εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης Ερντογάν (διά …χειρός Αχμέτ Νταβούτογλου), αναδημοσιεύουμε από τα Ενθέματα της Κυριακάτικης Αυγής ένα παλιότερο κείμενο ομιλίας του Αχμέτ Ινσέλ που εκφωνήθηκε στη συνάντηση της ομάδας των Πρασίνων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, τον Οκτώβριο του 2004. Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην Αυγή στις 16.1.2005, σε απόδοση της Ιλεάνας Μορώνη. Ευχαριστούμε θερμά τον φίλο Στράτο Μπουλαλάκη που μας βοήθησε να το ανασύρουμε από το ηλεκτρονικό αρχείο της Αυγής, και του ευχόμαστε νά’ναι σιδερένιος!

Το ζητημα των συνορων της Ευρωπης, του Αχμετ Ινσελ

Τα σύνορα, πέρα από τους όποιους γεωγραφικούς, ιστορικούς και πολιτισμικούς ορισμούς τους, χαράσσονται στο φαντασιακό των ανθρώπων. Αυτή η διαπίστωση δεν αποτελεί προσίδιο γνώρισμα της εποχής μας, κατά την οποία οι δυνατότητες επικοινωνίας και μετακίνησης διαρκώς επιταχύνονται. Πρόκειται για ένα πανάρχαιο φαινόμενο, που έχει να κάνει με την ικανότητα του ανθρώπου πρώτα να σχεδιάζει και στη συνέχεια να πραγματοποιεί. Αυτό ισχύει και για τα γεωγραφικά σύνορα, τα οποία δεχόμαστε ως φυσικά σύνορα. Μπορούμε να απαριθμήσουμε πολλά παραδείγματα όπου φαίνεται ότι, ακόμα και στο παρελθόν, η έννοια των φυσικών συνόρων, που λειτουργούν ως απτά εμπόδια και αντιστοιχούν σε μια υλική, αντικειμενική πραγματικότητα, δεν ίσχυε πάντα. Όσο για την εποχή μας, η γρήγορη αύξηση των δυνατοτήτων μετακίνησης και επικοινωνίας συμβάλλει ώστε η ισχύς της έννοιας των φυσικών συνόρων να είναι ακόμα πιο αμφισβητήσιμη απ’ ό,τι στο παρελθόν.

Σήμερα, πολλοί ισχυρίζονται με πείσμα ότι η διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει αγγίξει τα οικονομικά, γεωγραφικά και πολιτισμικά της σύνορα. Από τότε που η ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε. άρχισε να αποτελεί μια πιθανή προοπτική, το ζήτημα των συνόρων, στο οποίο γίνονταν αρκετά διστακτικές αναφορές κατά την εισδοχή των δέκα νέων χωρών στην Ένωση, συζητείται ως ένα υπαρξιακό ζήτημα των κοινωνιών που απαρτίζουν την Ε.Ε. Σ’ αυτό το πλαίσιο, όλων των ειδών τα διαφορετικά σχόλια, όλες οι αντιφατικές απαντήσεις στη συζήτηση που φουντώνει γύρω από το θέμα της πιθανής ένταξης της Τουρκίας στην Ε.Ε., επειδή εκκινούν από ένα ακραίο παράδειγμα, είναι δυνατό να ξεκινούν από την ίδια παρατήρηση για να καταλήξουν σε εκ διαμέτρου αντίθετα συμπεράσματα.

Πριν συζητήσουμε το κατά πόσον η Τουρκία περιλαμβάνεται ή όχι στα φυσικά σύνορα της Ε.Ε., μπορούμε να ξεκινήσουμε από τη διαπίστωση ότι η Ε.Ε. των 25 δεν έχει σήμερα, και κατά πάσα πιθανότητα δεν θα έχει για μεγάλο διάστημα, μοναδικά, συγκεκριμένα σύνορα. Σήμερα τα σύνορα της Ε.Ε., ως μιας πολύ χαλαρής πολιτικής ένωσης, αποτελούνται από τα εξωτερικά σύνορα των 25 χωρών. Αλλά αυτά τα σύνορα ξεπερνούν τα φυσικά όρια με τη γεωγραφική έννοια. Η Ε.Ε. εκτείνεται, χάρη στις υπερπόντιες επαρχίες και τα ημιαυτόνομα εδάφη της Γαλλίας, ως τη Νότια Αμερική, τα νησιά της Καραϊβικής, τον Ειρηνικό και τον Ινδικό ωκεανό και την είσοδο του κόλπου του Χιούστον στον Καναδά, εκτείνεται ως την Αφρική μέσω των δύο πόλεων στις ακτές του Μαρόκου που ανήκουν στην Ισπανία, εκτείνεται ακόμα ως τα νησιά της Ισπανίας και της Πορτογαλίας στον Ατλαντικό ωκεανό και ως τα νησιά του Ειρηνικού που ανήκουν στη Βρετανία Αυτές οι υπερπόντιες περιοχές, ενώ πολιτικά θεωρούνται έδαφος της Ε.Ε., δεν περιλαμβάνονται, για παράδειγμα, στις περιοχές ελεύθερης μετακίνησης Σένγκεν. Επιπλέον, τα σύνορα των περιοχών ελεύθερης μετακίνησης Σένγκεν δεν περιλαμβάνουν όλα τα μέλη της Ε.Ε., όπως για παράδειγμα τη Βρετανία.

Τα σύνορα της Ε.Ε. ως νομισματικής ένωσης είναι ακόμα πιο στενά. Περιλαμβάνουν μόνο 13 χώρες. Η Αγγλία και η Σουηδία φαίνονται προς το παρόν αποφασισμένες να μη συμμετάσχουν στο σύστημα του ευρώ. Ως προς το στρατιωτικό επίπεδο, τα σύνορα της Ε.Ε. έχουν χαραχθεί διαφορετικά από αυτά που ήδη αναφέραμε. Δίπλα σε μια χώρα όπως η Σουηδία, που τηρεί ευλαβικά την αρχή της ουδετερότητας, υπάρχει μια Δανία στενά προσδεδεμένη στο ΝΑΤΟ. Η Νορβηγία δεν είναι μέλος της Ε.Ε., αλλά είναι μέλος του ΝΑΤΟ. Η Γαλλία και η Γερμανία συνεχώς ενισχύουν και διευρύνουν τις κοινές στρατιωτικές μονάδες που έχουν δημιουργήσει. Εξάλλου, στο Eurocorps που θα πάρει τη θέση του ΝΑΤΟ στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη περιλαμβάνεται και τουρκική μονάδα. Όσο για τις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ, προτιμούν να παραμείνουν μέσα στα σύνορα του ΝΑΤΟ, αντί για τα σύνορα του στρατιωτικού συνασπισμού που θα χαράξει ένας κοινός ευρωπαϊκός στρατός. Τα στρατιωτικά σύνορα της Ε.Ε. ταυτίζονται σήμερα, σε μεγάλο βαθμό, με τα σύνορα του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη.

Και από την άποψη της ελεύθερης διακίνησης της εργασίας, οι 25 χώρες μέλη δεν έχουν ομοιογενή γεωγραφικά σύνορα. Σε πολλές από τις παλαιές χώρες-μέλη της Ε.Ε. η ελεύθερη μετακίνηση των εργαζομένων των νέων χωρών-μελών υπόκειται σε περιορισμούς για τα επόμενα εφτά χρόνια. Από την άλλη, στο πολιτιστικό επίπεδο, τα σύνορα των προγραμμάτων ανταλλαγής φοιτητών και των πρωτοβουλιών για την υποστήριξη των κοινών ερευνητικών δραστηριοτήτων είναι τόσο ευρέα που περιλαμβάνουν και τις υποψήφιες προς ένταξη χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Τουρκίας.

Τα σύνορα της Ε.Ε. ως τελωνειακής ένωσης είναι, ακόμα μια φορά, διαφορετικά. Τα σύνορα της τελωνειακής ένωσης, εδώ και σχεδόν δέκα χρόνια, περιλαμβάνουν την Τουρκία. Αντιθέτως, στο θέμα της κοινής εξωτερικής πολιτικής της Ε.Ε., σύνορό της είναι ουσιαστικά ο άξονας Γαλλίας – Γερμανίας, δηλαδή δεν περιλαμβάνουν ούτε τα έξι ιδρυτικά κράτη-μέλη.

Έτσι όπως τα σύνορα αυτής της ένωσης, που βρίσκεται ακόμα στο στάδιο της δημιουργίας, είναι διαφορετικά σχεδόν σε κάθε τομέα, δεν είναι δύσκολο να μαντέψουμε ότι για ένα μεγάλο διάστημα ακόμα θα έχει διαφορετικά εσωτερικά σύνορα σε θέματα στρατιωτικά και οικονομικά, καθώς και σε θέματα οικονομικής πολιτικής. Ένας σημαντικός παράγοντας που εμποδίζει τη σταδιακή ταύτιση αυτών των διαφορετικών συνόρων είναι ο κανόνας ότι για κάθε βήμα προς την κατεύθυνση της εμβάθυνσης της ενότητας εντός της Ε.Ε. απαιτείται απόφαση με ομοφωνία των κρατών-μελών. Όσο παραμένει σε ισχύ η αρχή της ομοφωνίας στις ουσιαστικές αποφάσεις, είναι αναπόφευκτο να μένει η Ε.Ε. μια δομή αποτελούμενη από πολλά διαφορετικά σύνορα. Η μέθοδος των «ενισχυμένων συνεργασιών», η οποία αναπτύχθηκε για να ξεπεραστούν τα εμπόδια που δημιουργεί η αρχή της ομοφωνίας, θα ενισχύσει τη δημιουργία διαφορετικών συνόρων της Ε.Ε. σε κάθε τομέα. Επομένως, για να μπορέσουμε να μιλήσουμε για τα σύνορα της Ε.Ε. δεν πρέπει να ξεκινήσουμε από το ζήτημα των οικονομικών, πολιτικών, γεωγραφικών συνόρων αλλά από μια εξέταση του ίδιου του σχεδίου της Ε.Ε.

***

Σήμερα μπορούμε να δούμε το ζήτημα των συνόρων της Ε.Ε. από τη σκοπιά δύο διαφορετικών αντιλήψεων και πολιτικών προγραμμάτων για την Ε.Ε.

Σύμφωνα με την πρώτη προσέγγιση, για να μπορέσει η Ε.Ε. να γίνει μια ολοκληρωμένη πολιτική ένωση, ένα πολιτικό μόρφωμα που να έχει μια θέση στο παγκόσμιο σύστημα ισχύος, πρέπει αυτό το μόρφωμα να αντιστοιχεί και σε μια ισχυρή ενότητα πολιτισμού και ιστορίας. Στα θεμέλια της Ευρώπης – δύναμης βρίσκεται η πίστη σε μια «αγία τριάδα» που απαρτίζεται από τη Ρώμη, την Αθήνα και την Ιερουσαλήμ. Αυτή η τριάδα, που αποτελείται από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, την ελληνική φιλοσοφία και την εβραιοχριστιανική παράδοση, εκκινώντας από μια απόλυτη ταυτότητα ευρωπαϊκότητας, χαράσσει τα «φυσικά» σύνορα της Ε.Ε. Σ’ αυτά τα σύνορα περιλαμβάνονται δυνητικά η Ελβετία, η Νορβηγία και η Ισλανδία. Περιλαμβάνονται επίσης η Σερβία, η Κροατία, η Αλβανία και η Μακεδονία. Η Βοσνία-Ερζεγοβίνη, εξαιτίας της εξισλαμισμένης σλαβικής ρίζας της και επειδή βρίσκεται στο μέσον αυτής της γεωγραφίας, μπορεί να περιληφθεί ως ένα ακραίο παράδειγμα. Όσοι τονίζουν τα αναλλοίωτα χαρακτηριστικά της ευρωπαϊκής ταυτότητας, ενώ ταυτόχρονα λένε ότι είναι φυσικό να γίνει στο μέλλον μέλος της Ε.Ε. η Βοσνία-Ερζεγοβίνη, δίνουν μ’ αυτή την πρόφαση ένα εύκολο παράδειγμα σύμφωνα με το οποίο η σύγκρουση των πολιτισμών δεν έχει θέση στην απόλυτη ευρωπαϊκή ταυτότητα.

Αυτή η απόλυτη ταυτότητα, την οποία δεν δημιουργούν οι ίδιοι οι άνθρωποι, αλλά στην οποία –ως ταυτότητα κληρονομημένη από τους προγόνους τους– υπόκεινται, στην ουσία ορίζει τη γεωγραφία μιας πολιτιστικής ταυτότητας. Γι’ αυτό, τούτη η προσέγγιση δεν παραλείπει να δηλώσει ότι η Ουκρανία, η Μολδαβία, η Λευκορωσία και βεβαίως η Ρωσία είναι μέρος της Ευρώπης. Το θέμα της ένταξης της Ρωσίας και των χωρών που παρεμβάλλονται μεταξύ της Ρωσίας και της σημερινής Ε.Ε. δεν τίθεται προς το παρόν όχι τόσο λόγω ενός ζητήματος γεωγραφικών συνόρων όσο επειδή η ίδια η Ρωσία έχει ένα ρωσοκεντρικό σχέδιο πολιτικής ενότητας. Μέσα στα συστατικά αυτής της απόλυτης ταυτότητας, όσο κι αν αυτό αποκηρύσσεται, υπάρχει, όπως και να το κάνουμε, μια ισχυρή θρησκευτική αναφορά. Είναι μια πολύ εύκολη κριτική να χαρακτηρίσουμε αυτή τη θρησκευτική αναφορά ως πρόγραμμα πολιτικής ενότητας βασισμένης στη θρησκεία. Πρόκειται, μάλλον, για ενός είδους καλυμμένη υπερταυτότητα, όπου η θρησκεία, εισερχόμενη στην καθημερινή ζωή, εκκοσμικευόμενη, παίρνει τη θέση της στη γενεαλογία των κοινωνικών αξιών. Εξασφαλίζει τον ορισμό του «άλλου». Όπως προανέφερα, σ’ αυτή την προσέγγιση ο άλλος δεν είναι ο Ρώσος, δεν είναι ο Ουκρανός, δεν είναι ο Βόσνιος ή ο Βούλγαρος. Σ’ αυτή την προσέγγιση ο άλλος είναι, στα νότια και τα ανατολικά της Μεσογείου, ο Άραβας και, πέρα από τα Βαλκάνια, ο Τούρκος. Άλλωστε, για τους περισσότερους Ευρωπαίους, ανάμεσα σ’ αυτούς τους δύο –τον Άραβα και τον Τούρκο– υπάρχουν λιγότερες διαφορές απ’ ότι μεταξύ ενός Φιλανδού κι ενός Πορτογάλου.

Αυτή η αντίληψη μιας Ευρώπης με απόλυτη ταυτότητα έχει κυοφορήσει στον εικοστό αιώνα μια τρομερή γενοκτονία και αρκετές σφαγές. Ίσως σήμερα οι πιθανότητες να εμφανιστεί ένας τέτοιος κίνδυνος στο άμεσο μέλλον να είναι λίγες — μπορούμε όμως να πούμε ότι δεν υπάρχουν; Όπως έχει πει ο Μπρεχτ, η κοιλιά που γέννησε αυτό το τρομερό τέρας δεν είναι ακόμα ζωντανή;

Τα σύνορα μιας Ε.Ε. που θα οικοδομηθεί βάσει μιας τέτοιας αντίληψης απόλυτης ταυτότητας τελειώνουν εκεί που αρχίζουν τα σύνορα της Τουρκίας. Αν επιλεγεί ένα τέτοιο πρόγραμμα για την Ε.Ε., όταν αυτό θα υιοθετηθεί ανοιχτά, δεν είναι βέβαια δυνατό να φανταστεί κανείς την τουρκική κοινωνία ως μέρος αυτής της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τόσο αυτοί που ορίζουν την ευρωπαϊκότητα βάσει μιας γεωγραφίας ταυτότητας, της οποίας το γεωγραφικό στίγμα δίνεται από την «αγία τριάδα», όσο και η συντριπτική πλειονότητα της τουρκικής κοινωνίας, είναι αδύνατο να φανταστούν την ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε. υπό τέτοιες συνθήκες.

***

Σήμερα, στην Ευρώπη, οι Χριστιανοδημοκράτες και τα συναφή με αυτούς κινήματα είναι κυρίως εκείνοι που διατυπώνουν το πρόγραμμα μιας Ε.Ε. οικοδομημένης βάσει μιας απόλυτης ταυτότητας Αυτοί οι κύκλοι, που υποστηρίζουν ειλικρινά την εμβάθυνση και ενίσχυση της Ε.Ε. και τη μεταβίβαση των εθνικών κυριαρχιών σε μια υπερεθνική δομή, τονίζουν ότι οι αναφορές στην ταυτότητα αυτής της υπερεθνικής δομής πρέπει οπωσδήποτε να είναι ομοιογενείς. Σ’ αυτούς προσκολλώνται καιροσκοπικά και όσοι δεν θέλουν να γίνει η Ε.Ε. κάτι παραπάνω από μια πολύ χαλαρή συνομοσπονδία εθνών-κρατών, και όλοι μαζί φωνάζουν ότι η πιθανή ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε. θα σημάνει την καταστροφή της Ε.Ε. Είναι άραγε η Τουρκία υπεύθυνη για τη νεοφιλελεύθερη πορεία που ακολουθεί σήμερα η Ε.Ε. ή για το ότι ένα μεγάλο μέρος των μελών της Ε.Ε. ακολουθούν τυφλά τις ΗΠΑ; Και δεν ευθύνεται βέβαια η Τουρκία για το ότι η Ε.Ε. δεν έχει ούτε εξωτερική πολιτική ούτε μια άξια λόγου οικονομική πολιτική ούτε και συντονισμένες κοινωνικές πολιτικές.

Η δεύτερη αντίληψη για την Ε.Ε. έχει ως στόχο να οικοδομήσει την ενότητα όχι βάσει μιας απόλυτης ταυτότητας, αλλά βάσει κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών στόχων και αξιών του ίδιου του ανθρώπου. Γι’ αυτή την προσέγγιση, που βλέπει την ιστορία όχι απλώς σαν μια κληρονομιά που παραλαμβάνεται από τους προγόνους αλλά σαν την οικοδόμηση του μέλλοντος, το σχέδιο της ευρωπαϊκής ενοποίησης είναι το σχέδιο ενός νέου πολιτικού και κοινωνικού πολιτισμού. Παράλληλα με τις αξίες της δημοκρατίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της ελευθερίας, της αλληλεγγύης, υποστηρίζουν ότι τα σύνορα της δυναμικής στην οποία θα υπερισχύει μια ανάπτυξη που έχει στο κέντρο της τον άνθρωπο και την κοινωνία και στην οποία η οικονομία δεν κυριαρχεί επί της κοινωνίας δεν πρέπει να καθορίζονται από μια απαρχαιωμένη αντίληψη της γεωγραφίας. Αυτή η δεύτερη αντίληψη για την Ευρώπη, στον βαθμό που προάγει την ισότητα, θεωρεί φυσικό να περιλαμβάνονται δυνητικά σ’ αυτήν τη γεωγραφική ενότητα όλοι όσοι ενστερνίζονται τις παραπάνω τις αξίες. Δεν φιλοδοξεί να γίνει μια δύναμη σαν αυτές που υπάρχουν ήδη στο σύστημα ισχύος, αλλά ένας πόλος έλξης, μια εναλλακτική δύναμη που θα εκφράζει έναν διαφορετικό τρόπο ζωής. Μ’ αυτή την έννοια, φιλοδοξεί να μπορέσει να εμποδίσει τις συγκρούσεις του νέου αιώνα σ’ αυτό το γεωγραφικό χώρο, τόσο χάρη στη συνύπαρξη των διαφορών όσο και χάρη στον δυναμισμό που θα δημιουργήσει η συνένωση των διαφορών γύρω από συγκεκριμένες αξίες. Αυτό το ευρωπαϊκό πρόγραμμα δεν έχει προκαθορισμένα, φυσικά σύνορα. Έτσι, όσοι πιστεύουν σ’ αυτό το πρόγραμμα της Ε.Ε., θεωρούν δυνατή την ένταξη της Τουρκίας. Δυνατή, αλλά με την προϋπόθεση ότι οι άνθρωποι και οι κυβερνώντες αυτής της χώρας θα αποδεχτούν και θα εφαρμόσουν τις κοινές προδιαγραφές, τις κοινές αξίες.

Εδώ είναι που η κατάσταση περιπλέκεται. Μέχρι πρόσφατα, η ευρωπαϊκή Δεξιά –με την ευρεία έννοια– «χάιδευε» τους εκπροσώπους της Τουρκίας και έλεγε «με το καλό, υποστηρίζουμε την υποψηφιότητά σας». Παράλληλα, δεν διαμαρτυρόταν και πολύ για τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Τουρκία: με το σκεπτικό της γεωπολιτικής και του εμπορίου, οι εκπρόσωποι της ευρωπαϊκής Δεξιάς έκαναν τα στραβά μάτια. Γι’ αυτούς, το καλύτερο θα ήταν ένα είδος σχέσης με την Τουρκία που να μην προχωράει πέρα από την τελωνειακή ένωση. Τελικά, και η ουσία αυτής της πρότασης με το όνομα «προνομιακή εταιρική σχέση», στην οποία δεν έχουν καταφέρει να προσδώσουν ένα απτό νόημα, είναι να μην ξεπεραστούν και πολύ τα όρια της τελωνειακής ένωσης. Μπροστά στην ξαφνική επιτάχυνση των δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων στην Τουρκία τα τελευταία τρία χρόνια, είδαμε ότι αυτοί οι κύκλοι άρχισαν να χάνουν τα λόγια τους. Μάλιστα, με μια καλύτερη ανάλυση, μπορούμε να δούμε μια στενή χρονολογική σχέση ανάμεσα στην επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων στην Τουρκία και στις δηλώσεις εκπροσώπων της Δεξιάς στη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ολλανδία ότι η ένταξη της Τουρκίας είναι αδύνατη και ότι θα θέσει σε κίνδυνο την Ε.Ε. Ισχυριζόμενοι ότι η Τουρκία, |από την ίδια την ουσία της|, δεν περιλαμβάνεται στα γεωγραφικά και πολιτισμικά σύνορα της Ε.Ε., λένε ότι αυτή η ασυμβατότητα ουσίας θα παραλύσει την Ευρώπη-δύναμη και ότι, σαν να μην έφτανε αυτό, η Τουρκία αποτελεί αξεπέραστο οικονομικό βάρος και δημογραφικό κίνδυνο. Κι αν κάποιος τους πει ότι όλα αυτά που προφητεύουν έγιναν ήδη με την ένταξη της Βρετανίας και, στη συνέχεια, με την αποδοχή των υποψηφιοτήτων των χωρών του πρώην ανατολικού μπλοκ, η μόνη απάντηση που μπορούν να δώσουν είναι: «Ας είναι, αυτοί είναι Ευρωπαίοι». Αυτή είναι η τελική απάντηση της αντίληψης της Ε.Ε. που στηρίζεται σε μια απόλυτη ουσία και ταυτότητα. Συμπερασματικά, όσοι αντιλαμβάνονται την Ευρώπη κατ’ αυτό τον τρόπο, ακόμα κι αν μπορείτε να τους δώσετε μια κατάλληλη απάντηση σε καθένα από τα θέματα για τα οποία αντιτίθενται στην ένταξη της Τουρκίας, αποκρίνονται τελικά το εξής: «Δεν γίνεται, δεν μπορούμε να συνυπάρξουμε μ’ αυτούς τους ανθρώπους». Είναι εμφανές ότι δεν πρόκειται για ζήτημα γεωγραφικών, φυσικών συνόρων. Το ζήτημα είναι αν η ευρωπαϊκότητα συνίσταται σε μια απόλυτη, αναλλοίωτη ουσία ή όχι.

Από την άλλη, η ευρωπαϊκή Αριστερά ήταν πάντα πολύ πιο επικριτική απέναντι στην Τουρκία. Χωρίς ποτέ να αρνείται τη δυνητική ένταξη της Τουρκίας, έλεγε συνεχώς ότι, έτσι όπως είχαν τα πράγματα στην Τουρκία, η υποψηφιότητά της δεν μπορούσε να γίνει δεκτή. Δεν χρειάζεται να περιγράψω τη μελανή κατάσταση της Τουρκίας εκείνη την εποχή — είναι αρκετά γνωστή. Σήμερα, όμως, η ευρωπαϊκή Αριστερά, στη μεγάλη της πλειονότητα, όχι απλώς θεωρεί την ένταξη της Τουρκίας, που πραγματοποιεί με μεγάλη ορμή δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις, δυνατή, αλλά επιθυμεί πραγματικά την υλοποίησή της. Γιατί άραγε; Επειδή οι αριστεροί Ευρωπαίοι αγαπούν ιδιαιτέρως τον λαό της Τουρκίας; Όχι βέβαια. Επειδή καταλαβαίνουν ότι μια Ε.Ε. στην οποία θα συμμετέχει η Τουρκία, ο λαός της Τουρκίας, δηλαδή «αυτοί οι άνθρωποι», αυτοί που δεν είναι «γνήσιοι Ευρωπαίοι», είναι πανάκεια εναντίον αυτών που υποστηρίζουν μια Ευρώπη απόλυτης ταυτότητας. Βλέπουν ότι η ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε. είναι κάτι τελείως διαφορετικό από την ένταξη (για το θεαθήναι, και με «ποσοστώσεις» για τους Μουσουλμάνους-Σλάβους) της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης. Αντιλαμβάνονται ότι μια Ε.Ε. διαφορετική από τη σημερινή από πολλές απόψεις θα γίνει πραγματικότητα με την ένταξη και της Τουρκίας. Για όσους υιοθετούν αυτή την προσέγγιση δεν υπάρχουν προκαθορισμένα σύνορα της Ένωσης. Με τον ίδιο τρόπο, λογικό συμπέρασμα αυτής της προσέγγισης είναι και να δέχονται ότι κάποτε μπορεί κάποιοι να βαρεθούν αυτή την Ε.Ε. και, αναλαμβάνοντας το βάρος αυτής να απόφασης, να αποχωρήσουν.

Στην περίπτωση της Γαλλίας, όπου με την πρόφαση της δυνητικής ένταξης της Τουρκίας το θέμα των συνόρων της Ευρώπης συζητείται με μεγάλη ένταση, υπάρχει ένας επιπλέον ειδικός λόγος για αυτές τις συζητήσεις. Στην Αυστρία, ο λόγος για τον οποίο σχεδόν όλα τα πολιτικά ρεύματα της χώρας, συμπεριλαμβανομένων των Πρασίνων, είναι εναντίον της ένταξης της Τουρκίας έχει μάλλον να κάνει με την ιστορία αυτής της χώρας, παλαιότερη και σύγχρονη. Η δήλωση ενός επιτρόπου της Ε.Ε. ότι «η ένταξη της Τουρκίας θα ακύρωνε την απόκρουση των Τούρκων στα τείχη της Βιέννης το 1683» προδίδει τις διαστάσεις του ιστορικού – κοινωνικού φαντασιακού στην Αυστρία. Η εναντίωση στην Τουρκία που παρατηρείται στη Γαλλία, όμως, δεν έχει να κάνει ούτε με τον τουρκικής καταγωγής πληθυσμό που ζει σ’ αυτή τη χώρα ούτε με ιστορικά βιώματα. Μια έμμεση αλλά, κατά τη γνώμη μου, σημαντική αιτία αυτής της αντίδρασης είναι ότι οι Γάλλοι πολιτικοί συνειδητοποιούν –και σ’ αυτό αντιδρούν– πως στη διευρυμένη Ευρώπη η Γαλλία δεν θα είναι η καρδιά της Ε.Ε. Η ένταξη της Τουρκίας φυσικά αυξάνει αυτή την ανησυχία. Είναι εμφανές ότι αυτό δεν είναι ένα ζήτημα που πηγάζει από την Τουρκία, αλλά ζήτημα που πηγάζει από την ανησυχία της Γαλλίας ότι θα χάσει τον ρόλο του μεγάλου αδελφού της Ε.Ε.: είναι το ζήτημα της θέσης της Γαλλίας στην Ε.Ε.

Πρέπει να διασαφηνίσω ένα τελευταίο σημείο. Αν κλείσει ο δρόμος της ένταξης της Τουρκίας στην Ε.Ε., αυτό δεν πρόκειται, όπως ισχυρίζονται πολλοί, να έχει ολέθρια αποτελέσματα ούτε για την Τουρκία ούτε για την Ευρώπη. Μια χώρα μεγάλου ειδικού βάρους όπως η Τουρκία έχει την απαραίτητη για την ύπαρξή της ενέργεια, ακόμα και χωρίς να ενταχθεί στην Ε.Ε. Όπως ακριβώς και η Ε.Ε. μπορεί να συνεχίσει να εξελίσσεται και χωρίς την Τουρκία. Γι’ αυτό, στο πλαίσιο της δυνητικής ένταξης της Τουρκίας, πρέπει να συζητηθεί με ψυχραιμία, και όχι βάσει σεναρίων που παρουσιάζουν την καταστροφή ως μόνο εναλλακτικό αποτέλεσμα, ποιο πρόγραμμα είναι επιθυμητό για την Ε.Ε.

Κι αυτό γιατί, τελικά, αυτό που συζητείται σήμερα στην Ευρώπη δεν είναι τα σύνορα της Ε.Ε., με την ευκαιρία της πιθανής ένταξης της Τουρκίας. Αυτό που συζητείται είναι η ίδια η Ε.Ε. Γι’ αυτό ας σταματήσουμε να κάνουμε αυτές τις συζητήσεις σαν να ήταν η Τουρκία το ίδιο το πρόβλημα. Βεβαίως, και η Τουρκία είναι από μόνη της μια προβληματική χώρα. Μια χώρα όπου βιώνονται όλες οι ωδίνες μιας κοινωνίας που βρίσκεται σε μετάβαση για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Αλλά σήμερα η κοινή γνώμη στην Ευρώπη δεν ασχολείται με αυτές τις ωδίνες, τις ρίζες τους και τους τρόπους με τους οποίους μπορούν να ξεπεραστούν. Εκφράζει, μέσω του συμπτώματος Τουρκία, τη δική της κρίση ταυτότητας. Γι’ αυτό, αν διεξάγεται σήμερα μια φλογισμένη συζήτηση για την Τουρκία, αυτό δεν οφείλεται στο ότι η χώρα αυτή είναι ο «ασθενής» της Ευρώπης, αλλά στο ότι αποτελεί το σημείο στο οποίο συμπυκνώνεται το ζήτημα της ταυτότητας που απασχολεί τις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Η Τουρκία δεν είναι η αιτία αυτής της ασθένειας, είναι το σύμπτωμά της και ταυτόχρονα, με την παρουσία της ή την απουσία της, μπορεί να γίνει ένας σημαντικός παράγοντας που θα καθορίσει το μέλλον της Ε.Ε.

\Απόδοση: Ιλεάνα Μορώνη\

|Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο τουρκικό περιοδικό «Birikim», τχ. 187, Νοέμβριος 2004. Αποτελεί το επεξεργασμένο κείμενο ομιλίας, στη συνάντηση της ομάδας των Πρασίνων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η οποία πραγματοποιήθηκε στην Κωνσταντινούπολη από τις 19 ως τις 23 Οκτωβρίου 2004, με τίτλο «Η Τουρκία στην Ε.Ε.: ένα κοινό μέλλον;».|

Advertisements

Περί theatrodromou
Το Θέατρο Δρόμου είναι ένας τρόπος να πεις όσα μπορούν να ειπωθούν με κείμενα, εικόνες και μουσικές.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: