Η φωνή του Αντι Γκαρσία

Στην επιφυλλίδα του στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία (10.9.2006), ο Ευγένιος Αρανίτσης κατάφερε να μπει στα άδυτα της ανδρικής αισθαντικότητας. Δείτε τι βρήκε…

Καθώς ο ψυχισμός περνάει στα αζήτητα, ενώ το σώμα γίνεται ένας επίπεδος πίνακας ανακοινώσεων, ο ηθοποιός του σύγχρονου αμερικάνικου κινηματογράφου δεν γνωρίζει πλέον από ποιο σημείο της ψυχοσωματικής του ύπαρξης πρέπει να εκπέμψει τη φωνή του. Από το στομάχι; Αυτό θα απαιτούσε ικανότητες χώνεψης ιδεών και εννοιών που παραμένουν εντελώς ξένες προς το στιλ της νεοχολιγουντιανής εποποιίας. Μήπως από τον οισοφάγο; Εκεί ποτέ δεν ξέρει κανείς τι θα συναντήσει. Μήπως από τον ουρανίσκο όπως ο Νίξον; Κατ’ ευθείαν από τα χείλη σαν τον Μίστερ Μπιν; Από το ηλιακό πλέγμα σαν τους παλιούς ρήτορες; Μια φορά κι έναν καιρό, η βαθιά, σέξι, κάπως απόκοσμη αντρική φωνή ήταν ένα εκλεκτό ταλέντο, επομένως σχετικά σπάνιο, που χάριζε τη διασημότητα σε ξεχωριστούς ανθρώπους σαν τον Ρόμπερτ Μίτσαμ· τώρα, με τους όρους να έχουν αντιστραφεί όπως και οπουδήποτε αλλού, η απόφαση κάποιου να είναι ξεχωριστός στο σινεμά πρέπει πάση θυσία να συνοδεύεται από την παροχή ενός ορισμένου βάθους στη φωνητική του αντήχηση. Ετσι δεν ξεχωρίζει πια κανείς. Αληθεύει πως όσο πιο αμελητέο είναι το βάθος αυτών που λέγονται τόσο πιο εντυπωσιακό πρέπει να είναι το βάθος της φωνής. Κάτι που ήξερε ο Μάρλον Μπράντο από ένστικτο.

Αυτή η επιδημία ξέσπασε εδώ και δέκα περίπου χρόνια, απ’ όταν το σινεμά ζήλεψε τη δόξα των επιτυχιών της διαφήμισης στην τελετουργική ανακύκλωση καυτών μηνυμάτων από νεαρά κορίτσια που εκθείαζαν συγκεκριμένα κουζινικά σκεύη με μισολιπόθυμη φωνή, ένα μόλις δευτερόλεπτο πριν από τον οργασμό. Ηδη, η συνήθεια των αντρών ηθοποιών να υποτονθορύζουν μιλώντας σαν στο αφτί μερακλωμένων κυριών, ακόμη και όταν λένε «hi» ή «I’m going out», ή «call me», για να μην πούμε κυρίως τότε, αγγίζει τη γελοιότητα. Μέχρι και ο παλαίμαχος Τσακ Νόρις, προφανώς ευθυγραμμιζόμενος με τις παραινέσεις του σκηνοθέτη, είχε υποχρεωθεί, από ένα σημείο και έπειτα, να χαμηλώσει τους τόνους αρκετά. Δεν έγινε Ρόμπερτ Μίτσαμ, αλλά ήταν ολοφάνερο ότι είχε πεισθεί πως το να μιλάς πολύ ή να γαβγίζεις οργισμένος εθεωρείτο πλέον ντεμοντέ. Μείωσε αισθητά τα ντεσιμπέλ και άρχισε να προφέρει τα σύμφωνα μ’ έναν τρυφερό ένρινο ήχο, αλλ’ αυτό ελάχιστα τον απήλλαξε από το επιβαρυντικό παρελθόν του μπάτσου που δέρνει ανελέητα τον υπόκοσμο του L.A. Λιγότερο άτυχος ήταν ο Τζον Τραβόλτα, βετεράνος των ιδιοσυγκρασιακών μεταμορφώσεων, του οποίου η φωνή, τελευταία, άρχισε να παίρνει πλουτώνιες αποχρώσεις και να τρέμει από τον πυρετό. Τον μιμήθηκαν ο Νίκολας Κέιτς και ο Στίβεν Μπάλντγουιν.

Εννοείται ότι το πιο μεγαλοπρεπές παράδειγμα αυτής της μόδας ενσαρκώνει ο Αντι Γκαρσία, που θεωρείται ανυπόφορα σέξι ακριβώς εξαιτίας της βαθιάς και βραχνής φωνής του, στερημένης από κάθε ίχνος έντασης και μυστηριωδώς αργοκίνητης, δηλαδή φωνής που ανήκει σε μιαν αγουροξυπνημένη αρσενική συνείδηση, η οποία απλώς δεν συνειδητοποιεί το παραμικρό. Με τη χρήση αυτού του πλεονεκτήματος, ο Αντι εξακολουθεί να αναδεικνύεται τέλειος βλάκας. Αξίζει να παραδεχθούμε ότι εκείνο που μας έλκει στον άλλο, η προσωπίδα της γοητείας του, είναι κατά κανόνα μια ορισμένη μορφή ηλιθιότητας. Με το ανεπαίσθητο, σέξι αλληθώρισμα του ματιού, ο Γκαρσία, ο αγαπημένος των γυναικών, εμφανίζεται σαν υπόδειγμα του ζωώδους προγλωσσικού αρσενικού, μείον τη βία. Είναι ένα καινούριο μοντέλο ligth σοβινισμού, που συνδυάζει τους ήπιους τρόπους με την αρνητική δύναμη όλων όσα δεν λέγονται, αυτών που υποτίθεται ότι βασανίζουν την ψυχή επιβαρύνοντας κάποιαν εσωτερική φλεγμονή (στο συκώτι; στη σπλήνα;), απ’ όπου εκπηδούν κύματα τεστοστερόνης κάνοντας τις γυναίκες να μουδιάζουν. Η ανυπέρβλητη δυσκολία του παλαιού άντρα-αφέντη στο να εκφράσει συναισθήματα γίνεται τώρα η χαριτωμένη δυσκολία ενός κωλόπαιδου που έβγαλε με δυσκολία το δημοτικό και που όλοι το λατρεύουν ειδικά γι’ αυτό: δηλαδή για τον λόγο ότι καμία λατρεία δεν είναι ισχυρότερη από κείνη που το αντικείμενό της δεν την αξίζει.

Μεσουρανεί λοιπόν, στην οθόνη, ο τύπος ενός άντρα που αδυνατεί να μιλήσει για οτιδήποτε σημαντικό, κατά τρόπο ώστε οι περισσότερο επιρρεπείς από τους θεατές να σαγηνεύονται πιασμένοι στα δίχτυα της αποσιώπησης εκείνων που υποτίθεται πως δεν ειπώθηκαν. Αν και, ολοφάνερα, ο Αντι θα ήθελε να μιλήσει, ονομάζοντας επιτέλους αυτή την πρωταρχική μόλυνση από την οποία δηλητηριάστηκε η μοίρα του, η φωνή του τον προδίδει κατεβαίνοντας μ’ ένα τρέμολο των χορδών της την κλίμακα των μπάσων, όπου διαλύεται σε αραιούς ψιθύρους μουσκεμένους στο σεξ απίλ. Ο Αντι, ό,τι κι αν συμβεί, θα μιλάει σαν ναρκωμένος ή σαν όλα να έχουν πλέον κριθεί οριστικά και η φωνή του θα παραμένει αδύναμη, σβησμένη, με μια σκοτεινή βελούδινη φόδρα και, πρωτίστως, μ’ ένα γιγάντιο έλλειμμα περιεχομένου – εκείνου για το οποίο η γυναικεία κοινή γνώμη πιστεύει κρυφά ότι, μένοντας ανομολόγητο, παραχωρεί τη δύναμή του στην αρρενωπή ικανότητα λήψης γενναίων αποφάσεων και, φυσικά, στο κρεβάτι.

Πράγματι, σύζυγοι, ερωμένες, φίλοι και ψυχολόγοι προσπαθούν να βοηθήσουν τον καημένο τον Αντι να εκφραστεί, όμως αυτός δεν τα καταφέρνει και οι ταινίες τελειώνουν η μία μετά την άλλη χωρίς ο πρωταγωνιστής να ξεστομίσει αυτό το κάτι που τον βασανίζει, απεναντίας αφήνει πολλά ερωτηματικά ως προς το γιατί άραγε να του χρειάζεται μια τόσο υποβλητική και μελαγχολικά ερωτιάρικη φωνή προκειμένου να ζητήσει τα ρέστα από τον υπάλληλο του σουπερμάρκετ. Εν ολίγοις, επανεισάγεται εδώ το πρότυπο του κρετίνου μονοκόμματου αρσενικού της παλιάς εποχής, του οποίου η πρωτόγονη συναισθηματική απομόνωση πιστώνεται, τώρα, σαν αξιέραστη ευαισθησία.

Αν ρωτάτε εμένα, θα έλεγα ότι το αινιγματικό σημείο προέλευσης αυτής της καινούριας δημοφιλούς φωνής, η οποία δεν πηγάζει πια ούτε από τον λαιμό, ούτε από το στομάχι ούτε από το στήθος, πόσω μάλλον από τα κέντρα του εγκεφάλου, είναι το έντερο. Γι’ αυτό και ο Γκαρσία, που μιλάει έστω ελάχιστα όταν τρώει, δεν μιλάει σχεδόν καθόλου αφού φάει, δηλαδή όταν το έντερο αδυνατεί να αρθρώσει επιθυμίες. Πρόκειται, νομίζω, για την αργοπορημένη αντρική απάντηση στη γυναικεία επίθεση που έμεινε στην ιστορία σαν «βαθύ λαρύγγι». Πόσο βαθύτερα να φτάσει κανείς δίχως να ενοχλήσει το μυστικό; Πόσο πλησιέστερα να φτάσει στο να είναι ο λόγος του υπόγειος αλλά όχι βαθύς; Τοποθετημένο χαμηλότερα από το λαρύγγι, οσονδήποτε βαθύ, το έντερο, ο περιφρονημένος αγωγός των αποβλήτων, αποδεικνύεται ικανό για κοσμοϊστορικές εκμυστηρεύσεις τύπου «πεινάω» ή «πάμε» ή «έλα» ή «φεύγα» ή «κοιμήσου» κ.λπ., το αβαθές των οποίων προκαλεί, όπως δείχνουν τα πράγματα, μια συναρπαστική μουσική αντίστιξη στη σιγανή και ερεθισμένη φωνή του Αντι, φωνή συγκινημένη και παχύρρευστη, φωνή αργόστροφη και μουλωχτή, που αμολάει τις κοινοτοπίες ενός πνευματικά καθυστερημένου θρυμματίζοντας την άβυσσο της σιωπής. Αναμενόμενο ήταν να τον μπερδέψουν με τον Ηράκλειτο.

(Κι όμως! υπάρχει ένας τουλάχιστον ηθοποιός που έφτιαξε μ’ αυτό το εργαλείο της βαθιάς σέξι φωνής ένα χιουμοριστικό αριστούργημα: ονομάζεται Στίβεν Σίγκαλ).

Advertisements

Περί theatrodromou
Το Θέατρο Δρόμου είναι ένας τρόπος να πεις όσα μπορούν να ειπωθούν με κείμενα, εικόνες και μουσικές.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: