Ο λαός χωρίς αντιπροσώπευση

Ο Στέφανο Πετρουτσιάνι, καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης La Sapienza, αναλύει τα βασικά χαρακτηριστικά της κρίσης που αντιμετωπίζει στις μέρες μας η δημοκρατία. Το κείμενο είναι απόσπασμα ομιλίας του σε θεωρητικό συμπόσιο με θέμα τη δημοκρατία, που οργανώθηκε από το Fondazione San Carlo και έγινε στη Μόντενα, τον Οκτώβριο του 2009. Δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία (6.7.2010), σε μετάφραση του Θανάση Γιαλκέτση.

Να αναρωτιόμαστε σήμερα για τα ζητήματα της δημοκρατίας σημαίνει πρώτα απ’ όλα να εξετάζουμε μια κρίση και μια δυσκολία.

Η τωρινή κατάσταση θα μπορούσε να προσδιοριστεί από την αρχή ξεκινώντας με τις λέξεις-κλειδιά: κρίση εμπιστοσύνης ή κρίση νομιμοποίησης. Η όλο και μεγαλύτερη ανυποληψία που πλήττει τις πρακτικές, τους πρωταγωνιστές και ορισμένες φορές και τους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας (και που έβρισκε και βρίσκει στη λεγόμενη «αντιπολιτική» την πιο κραυγαλέα έκφρασή της) απλώνει τις ρίζες της σε μια σειρά μετασχηματισμών των πολιτικών διαδικασιών, που έγιναν τα τελευταία χρόνια και που παρήγαγαν ένα πανόραμα με πρωτόγνωρα και από ορισμένες απόψεις επικίνδυνα χαρακτηριστικά. Ας προσπαθήσουμε να αποσαφηνίσουμε ορισμένες όψεις αυτών των μετασχηματισμών, οι οποίες άλλωστε είναι μπροστά στα μάτια όλων μας.

Σε πρώτο επίπεδο, μετά την κρίση των «υπαρκτών σοσιαλισμών» και την ουσιαστικά αδιαμφισβήτητη επικράτηση της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας, φαίνεται ότι αποδυναμώθηκε ένα από τα ουσιώδη γνωρίσματα που χαρακτήριζαν τη δημοκρατική ζωή για πολλές δεκαετίες, δηλαδή η αναμέτρηση ή η σύγκρουση ανάμεσα σε ριζικά διαφορετικές επιλογές αξιών και πολιτικών οριζόντων. Είναι πράγματι γεγονός ότι, στην εποχή του νεοφιλελευθερισμού και της παγκόσμιας αγοράς, πολλές από τις πιο σημαντικές επιλογές δεν αποτελούν αντικείμενο μιας αληθινής δημόσιας συζήτησης και πολιτικής σύγκρουσης, επειδή είτε υπερβαίνουν το πεδίο της πολιτικής που τοποθετείται στην κλίμακα του κράτους-έθνους και επομένως τις σφετερίζονται μακρινές και ελάχιστα ελέγξιμες υπερεθνικές τεχνοκρατίες, είτε ανάγονται σε συλλογισμούς τεχνικού τύπου, που το κοινό των «αδαών» είναι υποχρεωμένο να αποδέχεται παθητικά, ή αντιστοιχούν σε επιλογές για τις οποίες και οι δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις συμφωνούν. Για παράδειγμα, συμφωνούν για «τεχνικούς» λόγους (η υποτιθέμενη υπεράσπιση του καταναλωτή, η οποία έχει διαψευστεί χίλιες φορές από την πραγματική εξέλιξη των τιμών) για την αναγκαιότητα της απελευθέρωσης και της υπαγωγής στη λογική της αγοράς της παροχής θεμελιωδών υπηρεσιών, όπως η ύδρευση, η ηλεκτρονική ενέργεια, οι σιδηροδρομικές μεταφορές και τόσες άλλες, και διαφωνούν μόνον για τις ομάδες συμφερόντων ή τους επιχειρηματικούς ομίλους που ευνοεί η μία και η άλλη πλευρά.

Ουσιαστικά, έπειτα από τριάντα χρόνια ιδεολογικού σφυροκοπήματος, η ηγεμονία των νεοφιλελεύθερων συνθημάτων επιβεβαιώθηκε και στις δύο κυριότερες αντιμαχόμενες πολιτικές παρατάξεις, υποχρεώνοντας τους πολίτες να επιλέγουν ανάμεσα σε εναλλακτικές λύσεις που σε πολλές περιπτώσεις δεν διαφέρουν κατ’ ουσίαν και προκαλώντας τους έτσι το αίσθημα της ματαιότητας και της αναποτελεσματικότητας της συμμετοχής τους.

Εξαιτίας αυτών των μετασχηματισμών χάθηκε εντελώς και ένα άλλο συστατικό χαρακτηριστικό τής μεταπολεμικής ευρωπαϊκής δημοκρατίας, δηλαδή η συμμετρία ανάμεσα στη γεωγραφία των πολιτικών παρατάξεων και σε εκείνη των κοινωνικών συμφερόντων και των τάξεων, η οποία (αν και με πολλές περιπλοκές και ενδιάμεσες δυνατότητες) απέδιδε στην Αριστερά την αντιπροσώπευση των λαϊκών στρωμάτων και στη Δεξιά την αντιπροσώπευση των αστικών στρωμάτων. Από τη μια μεριά, πράγματι, γίνεται φανερό το πώς η αποδοχή των θεμελιωδών συντεταγμένων του νεοφιλελευθερισμού από την παράταξη της κεντροαριστεράς γέννησε τον διαχωρισμό αυτής της παράταξης από μεγάλους τομείς των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων. Συνυπογράφοντας, για παράδειγμα, την ιδιωτικοποίηση θεμελιωδών υπηρεσιών και τη μείωση των δικαιωμάτων της εργασίας, η κεντροαριστερά δεν μπορούσε να μην αποξενωθεί από τις συμπάθειες πολλών στρωμάτων των μη προνομιούχων, οι οποίοι έχασαν την εμπιστοσύνη στην ιστορική τους αντιπροσώπευση.

Το πρόβλημα όμως δεν εξαντλείται σε αυτήν την πρώτη στοιχειώδη διαπίστωση. Γεγονός είναι ότι, στην εποχή της παγκόσμιας αγοράς, η εργατική τάξη και ο λαός, δηλαδή τα κοινωνικά στρώματα που η Αριστερά επιδίωκε επί δεκαετίες να αντιπροσωπεύει, έγιναν με τη σειρά τους «μη αντιπροσωπεύσιμα», στον βαθμό που υπέστησαν μια επιδείνωση των συνθηκών ζωής τους, την οποία ωστόσο ήταν πολύ δύσκολο να αντιπαλέψουν, κυρίως αν ήθελαν να το κάνουν στηριζόμενα στις παραδοσιακές αξίες της Αριστεράς. Οι εργάτες του τομέα της μεταποίησης είδαν να χάνεται η διαπραγματευτική τους δύναμη απέναντι στον ανταγωνισμό των ασιατικών προϊόντων ή στη μεταφορά της παραγωγής στην ανατολική Ευρώπη. Ενώ ο λαός των μητροπολιτικών περιφερειών έβλεπε τις ήδη δύσκολες συνθήκες της ζωής του να υποβαθμίζονται ακόμη περισσότερο και ένιωθε τον πειρασμό να αποδώσει την ευθύνη στα σημαντικά μεταναστευτικά κύματα που έφταναν στη χώρα μας. Τι μπορούσε να κάνει η Αριστερά για να προστατεύσει αυτά τα συμφέροντα; Είναι πολύ δύσκολο να απαντήσουμε. Σίγουρα δεν μπορούσε να ζητάει την επιστροφή στον προστατευτισμό ή τη θωράκιση των συνόρων. Το αποτέλεσμα όμως αυτών των δυσκολιών υπήρξε η παραγωγή ενός λαού χωρίς αντιπροσώπευση. (Επομένως εκτεθειμένου στον κίνδυνο να αντιπροσωπεύεται από τους χειρότερους και τους πιο απίθανους.)

Η κρίση της Αριστεράς, ωστόσο, δεν είναι κάτι διαφορετικό από την κρίση της δημοκρατίας. Η Αριστερά, πράγματι, είναι η πολιτική παράταξη που υπερασπίζεται την αξία της πολιτικής, ενώ η Δεξιά είναι η πολιτική παράταξη που υποτιμά την πολιτική. Επομένως, η κρίση της Αριστεράς μεταφράζεται αναπόφευκτα σε κρίση της δημοκρατικής πολιτικής. Οι δυσκολίες της δημοκρατικής πολιτικής σήμερα πρέπει ωστόσο να κατανοηθούν και ως το αποτέλεσμα διαδικασιών μακράς περιόδου, οι οποίες παρήγαγαν αυτό που θα μπορούσε να αποκληθεί μια μείωση του βαθμού δημοκρατικότητας της δημοκρατίας. Διαδικασίες διαμόρφωσης νέων ελίτ και αποδυνάμωσης της δημοκρατίας έπληξαν τόσο τη νομική και πολιτική διάταξη όσο και την υλική συγκρότηση της κοινωνίας. Σε ό,τι αφορά το «νομικό» πλαίσιο της δημοκρατίας αρκεί να θυμίσουμε, για παράδειγμα, τη μείωση του ρόλου του Κοινοβουλίου σε σχέση με την εκτελεστική εξουσία, τη μείωση της δυνατότητας ελέγχου των πολιτών στην επιλογή των υποψηφίων, τον όλο και πιο έντονο διαχωρισμό των αντιπροσωπευομένων από τους αντιπροσώπους. Η «νεοελιτίστικη» διαμόρφωση όχι μόνο της κοινωνίας αλλά και της πολιτικής δυναμικής μπορεί εύκολα να διαπιστωθεί από το γεγονός ότι η πρόσβαση στον πολιτικό-εκλογικό ανταγωνισμό έχει γίνει όλο και πιο περιορισμένη, εξαιτίας της αυξανόμενης ποσότητας οικονομικών πόρων που είναι αναγκαίο να ξοδεύονται. Εξάλλου, ο όλο και σημαντικότερος ρόλος της τηλεοπτικής επικοινωνίας περιόρισε τον αριθμό εκείνων που είναι πρωταγωνιστές της σκηνής και συγκέντρωσε όλο το ενδιαφέρον σε λίγους ηγέτες, δίνοντας έτσι μιαν ισχυρή ώθηση προς την ολιγαρχική διαμόρφωση της πολιτικής εξουσίας. Ο ηγετισμός και η προσωποποίηση της πολιτικής διαδόθηκαν και στο εσωτερικό των κομμάτων, που είδαν και αυτά να μειώνεται (ή και να χάνεται εντελώς) η εσωτερική τους δημοκρατία.

Δεν πρέπει επομένως να μας προξενεί έκπληξη το ότι, πάνω σε αυτή τη βάση, ανθούν και ευημερούν εκείνες οι αναδυόμενες και επικίνδυνες τάσεις που φαίνεται να χαρακτηρίζουν την πολιτική του καιρού μας: η τάση που διαγράφεται «εκ μέρους του λαού» είναι μια πολιτική της αγανάκτησης, όπου η κατευθυνόμενη εναντίον διάφορων στόχων μνησικακία παίρνει τη θέση της ορθολογικής κριτικής και της υπεράσπισης των πραγματικών λαϊκών συμφερόντων, τα οποία ουσιαστικά περιθωριοποιούνται. Εκ μέρους των κυρίαρχων, αντίθετα, η τάση που επικρατεί είναι μια πολιτική του λαϊκισμού.

Αυτός ο λαϊκισμός πρέπει να ορίζεται ως η αξίωση να προσφέρονται πολιτικές λύσεις, οι οποίες να εναρμονίζονται με το άμεσο αίσθημα των «απλών ανθρώπων» και οι οποίες επομένως θέλουν να τοποθετούνται πέρα από τη διαίρεση Δεξιάς/Αριστεράς. Μνησικακία και λαϊκισμός θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι είναι η άλλη όψη της έκλειψης της κοινωνικής σύγκρουσης και συνεπάγονται μιαν αληθινή υποβάθμιση της δημόσιας συζήτησης.

Μπροστά σε αυτή τη δύσκολη κατάσταση, η δημοκρατική πολιτική θεωρία τείνει να απαντάει σήμερα με μιαν αναζήτηση των τρόπων με τους οποίους μπορεί να αναζωογονηθούν η δημόσια σφαίρα και ο διάλογος με ορθολογικά επιχειρήματα. Στην πολιτική χρήση των συναισθημάτων (και κυρίως της μνησικακίας) τείνουν να αντιπαραθέτουν την εκ νέου ανακάλυψη της δημόσιας χρήσης του λόγου, της παλιάς καντιανής διατύπωσης, η οποία επανεξετάζεται και επικαιροποιείται σήμερα από μιαν ολόκληρη οικογένεια θεωριών (…).

Advertisements

Περί theatrodromou
Το Θέατρο Δρόμου είναι ένας τρόπος να πεις όσα μπορούν να ειπωθούν με κείμενα, εικόνες και μουσικές.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: