Συντεχνίες και τάξεις ή γιατί «η χώρα» δεν εξευτελίζεται όταν δεν πληρώνει τους εργαζόμενούς της

Αν πιστέψουμε τους διαμορφωτές κοινής γνώμης των συγκροτημάτων Λαμπράκη και Αλαφούζου (αυτούς, δηλαδή, που μονοπωλούν τον δημόσιο λόγο στη χώρα), στην Ελλάδα υπάρχει μια παγκόσμια πρωτοτυπία: δεν υπάρχει εργατική τάξη. Αντ’αυτής, υπάρχουν ανεύθυνες κρατικοδίαιτες συντεχνίες που υποδύονται την εργατική τάξη και που, για ψύλλου πήδημα, κατεβάζουν κάθε τόσο τα ρολά, εκβιάζουν την κυβέρνηση που τρέμει για το πολιτικό κόστος και, κυρίως, εκθέτουν τη χώρα στο εξωτερικό, με ολέθριες συνέπειες για το κύρος και τη διαπραγματευτική ισχύ των ηγετών της -αλλά και για την οικονομία΄ εννοείται ότι οι αντεθνικές αυτές συντεχνίες δεν αναγνωρίζονται καθ’οιονδήποτε τρόπο ως δρώντες σ’ αυτήν την «οικονομία», η οποία, καθώς φαίνεται, λειτουργεί αποκλειστικά και μόνο με επιχειρήσεις και επιχειρηματίες.

Η απεργία των συμβασιούχων εργαζομένων στην Ακρόπολη σήμερα και των λιμενεργατών χτες, ήταν οι πιο πρόσφατες αφορμές για την αναβάθμιση της αντισυντεχνιακής σταυροφορίας, επικεφαλής της οποίας έχουν τεθεί (οι ίδιοι) κορυφαίοι λειτουργοί της ενημέρωσης εδώ και αρκετά χρόνια, επιστρατεύοντας καρμπόν επιχειρηματολογία με αυτήν που διατυπώθηκε τις μέρες του Δεκέμβρη του 2008, και μάλιστα αδιαφοροποίητα – είτε, δηλαδή, τις μέρες εκείνες αναρτώνταν πανώ από φοιτητές στην Ακρόπολη, είτε διεξάγονταν βίαιες συγκρούσεις με την αστυνομία: για «διεθνή διασυρμό» μιλούσε (και) τότε η Καθημερινή (12.12.2008), «πρωτοφανή διασυρμό από τον διεθνή Τύπο» διαπίστωνε η Ισοτιμία, την απεγνωσμένη προτροπή «σώστε τη χώρα» απηύθυνε προς τα κόμματα ο Κόσμος του Επενδυτή (13.12), «υπό την απειλή πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής αστάθειας» έβλεπε την Ελλάδα το Βήμα (13.12), ενώ απηχώντας τη γραμμή της ΝΔ, ο Αδέσμευτος Τύπος  κατηγορούσε τον σημερινό πρωθυπουργό ότι «συκοφαντεί την Ελλάδα», αναφερόμενος σε δηλώσεις του σε ξένα ΜΜΕ για τα κακώς κείμενα της κυβέρνησης Καραμανλή (13.12).

Υπάρχει μια σοβαρή διαφορά σε σχέση με τον Δεκέμβρη: σήμερα κανείς δεν μπορεί να κάνει λόγο για «πλουσιόπαιδα που καίνε τις περιουσίες του κοσμάκη», καθώς τα ρεπερτόρια δράσης και, κυρίως, η κοινωνική σύνθεση αυτών που διεκδικούν, είναι διαφορετικά και δεν θα έπρεπε να αφήνουν κανένα περιθώριο παρερμηνείας. Αυτό, όμως, φαίνεται να μην έχει καμιά σημασία΄ δουλειά του κράτους είναι να κατακερματίζει σύνολα, να διασπά φαινόμενα σε μεμονωμένες περιπτώσεις, να διασπά το έδαφος για το κοινό διαιρώντας σε επιμέρους, να διαχωρίζει και να ρευστοποιεί. Στην περίπτωσή μας η τάξη ρευστοποιείται σε «συντεχνίες», αλλά αυτό δεν είναι παρά το ένα βήμα. Ο λόγος του «πατριωτισμού της κρίσης» δεν διαχωρίζει πια αυτούς που διεκδικούν, τις «συντεχνίες», από την κοινωνία (αυτήν π.χ. που «αντικειμενικά» δεινοπαθούσε μια προηγούμενη περίοδο με τις διαδηλώσεις στο κέντρο της Αθήνας), αλλά τους απεργούς-συντεχνίτες από κάτι πολύ -σχεδόν μεταφυσικά- υπέρτερο: από τη Χώρα.

Αν λοιπόν παραμερίσουμε, για την οικονομία της συζήτησης, τόσο τον εκλεκτικό και καιροσκοπικό αντικρατισμό όσων μιλούν περί «κρατικοδίαιτων» συντεχνιών (υπάρχει ιδιωτικοποίηση που να μην σημαίνει συρρίκνωση του οικονομικού μηχανισμού του κράτους και που να μην υλοποιείται από αυτό;), όσο και τη βιαιότητα που κρύβει η προτροπή προς την κυβέρνηση «μην υπολογίζετε το πολιτικό κόστος» (εννοούν το κοινωνικό: αν η ασκούμενη πολιτική δεν αφορά κοινωνικές τάξεις ή κατηγορίες, πώς γίνεται να υπάρχει πολιτικό κόστος;), έχουμε να κάνουμε με έναν λόγο διαιρετικό και κατασταλτικό μαζί, μια επανεπινόηση του αλήστου μνήμης «εθνικού κορμού»: από τη μία η Χώρα (υπερκείμενη, ενιαία και αδιαίρετη σε τάξεις) και από την άλλη οι συντεχνίες που στρέφονται εναντίον της, άρα ξεχωρίζουν από αυτήν.

Η μετάβαση από την «κοινωνία» και τους «πολίτες» στη «Χώρα» μαρτυρά την αναβάθμιση μιας σύγκρουσης που, για να διευθετηθεί, λογικά απαιτεί υπέρτερα μέσα: κατασταλτικά. Προηγουμένως, άλλωστε  έχει τεθεί ταχυδακτυλουργικά εκτός συζήτησης σε ποιο (κοινωνικό) έδαφος φυτρώνουν «συντεχνίες», «ομάδες συμφερόντων» κλπ. ή απλώς τι θα συνέβαινε αν η Χώρα δεν άφηνε απλήρωτους τους εργαζόμενούς της επί μήνες -και δη μεσούσης της κρίσης.

Για να υπάρχει, εν τέλει, εργατική τάξη στην Ελλάδα πρέπει η ίδια να αυτοκαταργηθεί ως τάξη-για-τον-εαυτό-της: όποτε γίνεται τέτοια, δεν είναι παρά μια συντεχνία που πρέπει να κατασταλεί, γιατί σε χαλεπούς καιρούς (το ίδιο χαλεπούς για όλους;) αποθεώνει το μερικό της συμφέρον, σε βάρος του συνολικού-εθνικού, στο οποίο μάλλον δεν συμπεριλαμβάνεται.

Πολύ πριν από την οικονομική κρίση, ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι κατηγορούσε για «τρομοκρατία» τα ιταλικά συνδικάτα που καλούσαν σε απεργίες΄ στα καθ’ημάς, και στη συγκυρία που διανύουμε, μάλλον φυσιολογικά η ύπαρξη των εργαζομένων ως τάξη απαγορεύεται, με τη σύμπραξη δικαστών, τηλεπαραθυρούχων και επιφυλλιδογράφων. Με άλλα λόγια, η αλληλεγγύη των εξουσιών, πόλεμος στον πόλεμο των συντεχνιών -αν βεβαίως υπάρχουν εξουσίες, και δεν καταργήθηκαν κι αυτές μαζί με τις τάξεις…

Advertisements

Περί theatrodromou
Το Θέατρο Δρόμου είναι ένας τρόπος να πεις όσα μπορούν να ειπωθούν με κείμενα, εικόνες και μουσικές.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: