Δημοκρατική Αριστερά: απόβαση στην όχθη του ΠΑΣΟΚ

Ο Χαράλαμπος Γεωργούλας (Εποχή, 29.8.2010) αναλύει την μετάβαση της Δημοκρατικής Αριστεράς από μια «αριστερά της ευθύνης» στη συνδιαχείριση της πολιτικής του μνημονίου από κοινού με το ΠΑΣΟΚ, προς επιβεβαίωση των φόβων του Ανδρέα Πανταζόπουλου.

Πριν αλέκτορα φωνήσαι, δηλαδή πριν καν το ζητήσει δημόσια και επίσημα η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, η Δημοκρατική Αριστερά δια του προέδρου της Φώτη Κουβέλη προσφέρει απλόχερα τη διάθεσή της για στήριξη του κυβερνώντος κόμματος (και της πολιτικής του – αυτά πάνε μαζί…) τόσο στις αυτοδιοικητικές εκλογές όσο και στις βουλευτικές, που προβλέπονται ακόμη πιο δύσκολες υπό καθεστώς μνημονίου.

Ο πρόεδρος της Δ. Α. ήταν σαφής στη συνέντευξή του στο «Μέγκα», όπου επανέλαβε τη γνωστή από παλιά τοποθέτηση, που ήθελε να επιβάλει με το στανιό και στον ΣΥΡΙΖΑ εκμεταλλευόμενος τη θέση του ως κοινοβουλευτικός του εκπρόσωπος, ότι «αν στις επόμενες εκλογές δεν προκύψει αυτοδυναμία, μπορεί να σκεφτούμε να συνεργαστούμε στη διακυβέρνηση του τόπου».

Με την πρότασή του, εξάλλου, προς το ΠΑΣΟΚ για «υπερκομματικούς υποψήφιους» στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, τον Πειραιά και κρίσιμες περιφέρειες, πρόσφερε ακόμη ένα χέρι βοήθειας στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, η οποία ρητά δηλώνει ότι ενδιαφέρεται να καταγράψει νίκες στους πολιτικά σημαντικούς δήμους και στην πλειοψηφία των περιφερειών, προκειμένου να τις αξιοποιήσει ως επιχείρημα εναντίον της προσπάθειας της αριστεράς να καλλιεργήσει «αντιμνημονιακό» κλίμα στις αυτοδιοικητικές εκλογές (βλέπε δηλώσεις Τσούρα, υπεύθυνου του ΠΑΣΟΚ για τα ζητήματα των αυτοδιοικητικών εκλογών).

Σκορπίζουν έτσι στον άνεμο οι προ της αποχώρησης από τον Συνασπισμό ισχυρισμοί ηγετικών σήμερα στελεχών της Δ.Α. ότι στόχος της δημιουργίας νέου πολιτικού κόμματος με διάσπαση του Συνασπισμού δεν είναι, κατά κανένα τρόπο, η συνεργασία και σύμπλευση με το ΠΑΣΟΚ, αλλά η πλήρωση του πολιτικού κενού στο χώρο μεταξύ ΠΑΣΟΚ (που νεοφιλελευθεροποιείται) και ΣΥΡΙΖΑ (που αριστερίζει).

Αυταπάτη τα ενδιάμεσα πολιτικά σχέδια

Έλλειψη ειλικρίνειας; Διπροσωπία; Πολιτικός οπορτουνισμός; Πολύ περισσότερο από την ηθική πλευρά του θέματος έχει σημασία να δούμε την καθαρά πολιτική. Η κίνηση αυτή της Δ.Α. μπορεί να πει κάποιος ότι ήταν αναμενόμενη, καθώς αποτελεί απόδειξη μιας αδήριτης αναγκαιότητας: δεν μπορεί να υπάρξει ενδιάμεσο πολιτικό σχέδιο μεταξύ ενός σχεδίου της αριστεράς, που αντιτίθεται στο ΠΑΣΟΚ και την πολιτική του, και ενός σχεδίου του κυβερνώντος ΠΑΣΟΚ, που ενδιαφέρεται να αποσοβήσει τους κραδασμούς από την επιβολή του μνημονίου φορτώνοντας τα βάρη στην πλάτη των μισθωτών, των συνταξιούχων και των λαϊκών τάξεων και να επιβάλει μια έξοδο από την κρίση σε βάρος τους.

Αργά ή γρήγορα, όποιος ισχυρίζεται ότι υπάρχει χώρος για πολιτικά σχέδια που δεν θέτουν στο επίκεντρο το ερώτημα (και την αντίστοιχη απάντηση) «ποιος θα πληρώσει το μάρμαρο της κρίσης;» και «ποιον ευνοεί το μνημόνιο;», αναγκάζεται να βρεθεί από τη μια ή την άλλη όχθη. Εν προκειμένω, η όχθη του ΠΑΣΟΚ βρισκόταν, όπως φαίνεται, πιο κοντά στις προτιμήσεις της ηγεσίας της Δ.Α. Συμβαίνει το ίδιο και με την πλειοψηφία των μελών της; Αρκετά σημάδια δείχνουν πως προκαλεί σκέψεις η στάση της ηγεσίας. Ίδωμεν…

Πάντως, αξίζει να σημειώσουμε ότι τον κρίσιμο χαρακτήρα του ερωτήματος, στο οποίο κάθε κόμμα είναι υποχρεωμένο να απαντά, του ερωτήματος δηλαδή «με ποιους θα πας και ποιους θ’ αφήσεις;» είχε επισημάνει έγκαιρα και ο –μάλλον φίλα προσκείμενος προς το εγχείρημα της Δ.Α.– έγκυρος πολιτικός αναλυτής Ανδρέας Πανταζόπουλος από τις στήλες της «Ελευθεροτυπίας». Είχε τονίσει ότι η τάση αυτή, αποχωρώντας από τον Συνασπισμό, είναι υποχρεωμένη «να ξανασυλλαβίσει τη διαφορά της», να διευκρινίσει «ενάντια σε ποιους και με ποιους» βαδίζει.

Σημείωνε, μάλιστα, στο κείμενό του αυτό με έμφαση ότι «η διολίσθηση του αριστερού λόγου, μέσω του ρεαλισμού, σε μια κουλτούρα συνδιαχείρισης θα ήταν το πολυτιμότερο δώρο στον αριστερισμό», που υποτίθεται ότι η Δ.Α. αντιμάχεται. Και τόνιζε, για να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς το νόημα των επισημάνσεών του, πως το ζητούμενο είναι αν θα καταφέρει η τάση αυτή «να συγκροτήσει έναν επίκαιρο, μίνιμουμ, πειστικό αντικαπιταλιστικό λόγο».
Μεγάλες προσδοκίες, θα σχολιάζαμε εμείς, χωρίς όμως, το σχόλιό μας να θίγει τις σχεδόν προφητικές επισημάνσεις του συγκεκριμένου αναλυτή.

Εκλογές χωρίς μνημόνευση του μνημονίου…

Με φύλλο συκής τη θέση για «υπερκομματικούς υποψηφίους» στις αυτοδιοικητικές εκλογές, η πολιτική αποβίβαση στην όχθη του κυβερνώντος ΠΑΣΟΚ επιχειρείται από την ηγεσία της Δ.Α. να εμφανιστεί ως υπεράσπιση της σχετικής αυτοτέλειας των αυτοδιοικητικών ζητημάτων και της αποσύνδεσής τους από τη λογική του «αντιμνημονιακού μετώπου».
Σε μια στιγμή, όμως, που όχι μόνο η γενική πολιτική χρωματίζεται από τις σκληρές επιταγές του μνημονίου, αλλά και ειδικά οι κυβερνητικές επιλογές στο χώρο της αυτοδιοίκησης χαρακτηρίζονται από όλους ως εξειδίκευση του μνημονίου δια της επιβολής του «σχεδίου Καλλικράτης».

Για να δώσει η ηγεσία της Ν.Δ. έναν επιφανειακά αντιδεξιό χαρακτήρα σ’ αυτή την αποστροφή της από την «αντιμνημονιακή» στάση (που μεταφράζεται συχνά σε υποστήριξη κυβερνητικών επιλογών), τη χαρακτήρισε «πρόταση της Δ.Α.», την οποία και απορρίπτει (εισήγηση Φ. Κουβέλη στην εκτελεστική επιτροπή της Δ.Α.). Ατύχησε όμως, καθώς μόλις μία μέρα μετά ο πρόεδρος της Ν.Δ. Αντώνης Σαμαράς δήλωσε ότι «ασφαλώς δεν θέλουμε να μετατρέψουμε τις εκλογές σε δημοψήφισμα κατά του μνημονίου». Συμπεριλαμβάνοντας έτσι, εκούσα, άκουσα τη Δ.Α. σε ένα άλλο «μέτωπο», το… μνημονιακό μέτωπο, των δυνάμεων που δεν θέλουν να τεθεί ως κεντρικό ζήτημα των αυτοδιοικητικών εκλογών το ζήτημα της ασκούμενης, γενικά και στην αυτοδιοίκηση, καταστροφικής πολιτικής διά της εφαρμογής του μνημονίου.
Το «μέτωπο» αυτών των δυνάμεων (κυβέρνησης, ΛΑΟΣ, ΝΔ –επί της ουσίας) αξίζει να σημειωθεί ότι εμφανίζεται πια πιο καθυστερημένο πολιτικά και κοινωνικά ακόμη κι από το ΕΒΕΑ, που άσκησε προχθές ουσιαστική κριτική στην κυβερνητική οικονομική πολιτική της ύφεσης, της ανεργίας, της στασιμότητας των αναπτυξιακών αδιεξόδων –δηλαδή της βασικής συνταγής του ΔΝΤ και του μνημονίου.

Από την «υπευθυνότητα» στη «συνδιαχείριση»;

Με σύνθημα την οικοδόμηση της «αριστεράς της ευθύνης και της υπευθυνότητας» η ηγεσία της Δ.Α. φαίνεται να διολισθαίνει σταθερά στο επίπεδο μιας αριστεράς που, αποφεύγοντας «την πολιτική ρητορεία που απλώς καταγγέλλει γενικά και αόριστα το μνημόνιο» (Φ. Κουβέλης), τείνει να συγκροτηθεί ως αριστερά που το αποδέχεται σαν πραγματικότητα και τρέφει την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να το βελτιώσει από τα μέσα, δια της συνεργασίας με το ΠΑΣΟΚ.

Πρόκειται, προφανώς, για την έκφραση ενός καθαρού πολιτικού αναχρονισμού, που επιχειρεί να υλοποιήσει ανεκπλήρωτες επιθυμίες της εποχής της πρόσκαιρης λάμψης του σημιτικού εκσυγχρονισμού, σε περίοδο σκληρής αντιλαϊκής, αντικοινωνικής επίθεσης του αναδιαρθρωνόμενου παγκοσμίως καπιταλισμού – υπό την ηγεσία (στη χώρα μας) ενός αποδεχόμενου πλήρως τα προτάγματα του νεοφιλελευθερισμού ΠΑΣΟΚ.
Αυτό που έδειχνε να φοβάται ο Α. Πανταζόπουλος, η διάθεση «ρεαλισμού» που οδηγεί στην επιδίωξη απλής συνδιαχείρισης, μοιάζει να γίνεται πραγματικότητα…

Advertisements

Για τον Τέταρτο Δρόμο προς τον Σοσιαλισμό (;) του ΓΑΠ

Σε μια συνέντευξή του στο αμερικανικό Christian Science Monitor, ο Γιώργος Παπανδρέου αναφέρθηκε στην ανάγκη ενός «τέταρτου δρόμου για τον σοσιαλισμό», που θα αντικαταστήσει τον μπλερικό-σημιτικό Τρίτο Δρόμο. Σχολιάζοντας σκωπτικά τη σχετική δήλωση, ο καθηγητής Γ. Ρούσης σημείωνε ότι «όταν στη δεκαετία του εξήντα  ο Μαρκούζε αναφερόταν στη χρησιμοποίηση μιας σειράς εννοιών όπως π.χ. δημοκρατία, ειρήνη, σοσιαλισμός… για να υποδηλωθεί το ακριβώς αντίθετο από εκείνο που πραγματικά σηματοδοτούσαν, δεν είχε κατά νου τον Γιώργο Παπανδρέου και την πρότασή του για 4ο δρόμο προς τον σοσιαλισμό«. Ο Μιχάλης Σπουρδαλάκης (Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 29.8.2010) επιχειρεί να λύσει τον παπανδρεϊκό …χρησμό.

Ο «4ος δρόμος» δεν είναι κάτι καινούριο. Στην καλύτερη περίπτωση αποτελεί μια επικαιροποιημένη προσπάθεια νομιμοποίησης των κυβερνητικών πολιτικών, μια απόπειρα να συγκροτηθεί το (απαραίτητο) πρόταγμα της επιχειρούμενης ηγεμονίας του κυβερνώντος κόμματος.

* Ο «4ος δρόμος» έχει και βολονταρισμό, μια και δηλώνεται ότι στο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον μπορεί κανείς να «επιλέξει το βαθμό ανεξαρτησίας και αλληλεξάρτησης».

* Ο «4ος δρόμος» φυσικά βρίθει και λαϊκίστικης ρητορείας όταν θυμίζει την περικοπή του μισθού του πρωθυπουργού για να αποδείξει την «ισότητα» της περικοπής δημόσιων δαπανών.

* Ο «4ος δρόμος» θυμάται τον ψυχροπολεμικό διμέτωπο του «Γέρου της Δημοκρατίας» όταν ορίζει το σοσιαλισμό ως πάλη για δημοκρατία «ενάντια τόσο στους κομμουνιστές όσο και στο καθεστώς των συνταγματαρχών».

* Ο «4ος δρόμος» έχει παγκόσμια και ακόμη διεθνιστική οπτική αλλά ουσιαστικά η λογική του στηρίζεται στην εθνική ιδιαιτερότητα: Αναγνωρίζει ότι η δημοσιονομική κρίση είναι συστημική σε παγκόσμια κλίμακα, αφού δημιουργείται «από την ανάληψη των χρεών των τραπεζών από τις κυβερνήσεις», θεωρεί όμως πως στην Ελλάδα η κρίση είναι αποκλειστικά το αποτέλεσμα «κακοδιαχείρισης».

* Ο «4ος δρόμος» ασκεί έντονη κριτική στο απόμακρο μια και «ο πραγματικός κίνδυνος είναι η παγκόσμιαα λιτότητα», και μετά αποσιωπά το οικείο και κοντινό, τη στιγμή μάλιστα που μόλις οι εργαζόμενοι στη χώρα μας εορτάζουν 25 χρόνια συνεχούς λιτότητας.

* Ο «4ος δρόμος» έχει φυσικά γενικόλογες υποσχέσεις για «ένα νέο όνειρο για τη χώρα», το οποίο εξειδικεύεται ως το τρίπτυχο «διαβούλευση», «ανοιχτή κυβέρνηση», «ενδυνάμωση των κοινοτήτων». Υποσχέσεις σε κατάφωρη διάσταση με την κυβερνητική πρακτική.

* Ο «4ος δρόμος» είναι δίγλωσσος. Εχει ολοκληρώσει μια «μικρή επανάσταση», κατά την οποία «δεν εγκαταλείπεται η κοινωνική του ατζέντα», η οποία όμως με τη σειρά της υλοποιείται με «περικοπές στο δημόσιο τομέα», «μεταρρυθμίσεις στις εργασιακές σχέσεις», «άνοιγμα των επαγγελμάτων» και τις (γνωστές) «μεταρρυθμίσεις στο συνταξιοδοτικό και το σύστημα υγείας».

* Ο «4ος δρόμος» παρουσιάζεται ευαίσθητος για τον κοινωνικό πόνο που προκαλούν τα αναγκαία μέτρα αλλά καταφεύγει στην κοινωνιολογία του καφενείου, εκεί που η «καλή ζωή συνεχίζεται», η «κανονικότητα των πραγμάτων δεν διαταράσσεται» και κάθε αντίθετη εμπειρία είναι απλώς αποτέλεσμα του «εντυπωσιασμού ΜΜΕ διεθνώς».

* Με άλλα λόγια, ο «4ος δρόμος» συνεχίζει τη μεγάλη παράδοση του ΠΑΣΟΚ. Γενικότητες και ασάφειες, που παρά την αντιφατικότητά τους υπόσχονται κάτι για τον καθένα ξεχωριστά, ώστε όλοι μαζί τελικά να στηρίζουν πρωτοβουλίες που δεν αλλάζουν τους βασικούς κοινωνικούς και πολιτικούς συσχετισμούς. «Τα πάντα όλα» λοιπόν, όπως θα έλεγε και ο Αλέφαντος. Η στρατηγική αυτή σε άλλες εποχές έκανε το ΠΑΣΟΚ ηγεμονικό. Το ερώτημα, όμως, τώρα παραμένει: Θα μπορέσει το κόμμα του ΓΑΠ, με την παραπάνω ρητορική να είναι το ίδιο αποτελεσματικό στο νέο πολιτικό σκηνικό που προκύπτει από το διαβόητο «μνημόνιο»;

Συμπέρασμα και συμβουλή σε κοινωνικούς επιστήμονες και διαμορφωτές της κοινής γνώμης: Το μνημόνιο και οι κοινωνικές και πολιτικές συνέπειές του έχουν (και επιστημονικό) ενδιαφέρον και όχι μια συζήτηση για τον «4ο δρόμο» που μας καλεί σε μονοπάτια και αδιέξοδα που ήδη έχουμε περπατήσει.

Συνδικαλιστές: από τη συμμαχία με το κράτος στη συμμαχία με την κοινωνία

Με αφορμή τα σχέδια ιδιωτικοποίησης της ΔΕΗ, ο Πέτρος Λινάρδος-Ρυλμόν  (Within the Multitude 2.8.2010 / Εποχή 29.8.2010) τονίζει ότι, όπως κάθε συνδικαλιστική δύναμη, έτσι και η ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ  μπορεί να οργανώσει νικηφόρες κινητοποιήσεις, υπό τον όρο να αντιστρέψει την εικόνα της προνομιακής συμμάχου της κυβέρνησης, να γνωστοποιήσει τις προτάσεις της στην κοινωνία και να προβεί σε χειρονομίες κοινωνικής προσφοράς που να αποδεικνύουν ότι αγωνίζεται για το δημόσιο συμφέρον.

Δεν είναι σαφές από πού ξεκίνησε η ιδέα για ιδιωτικοποίηση του 40% της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού. Από το υπουργείο Οικονομικών, από τους ενδιαφερόμενους ιδιώτες, από την τρόϊκα; Είναι όμως γεγονός οτι μετά τη δημοσιοποίηση αυτής της ιδέας, συγκροτείται ένα μέτωπο συμφερόντων και πολιτικών ή οικονομικών συντελεστών, το οποίο υιοθετεί σαφώς ως κεντρικό προσανατολισμό της αντιπαράθεσης για το ιδιοκτησιακό καθεστώς της ΔΕΗ, τη σύγκρουση με την ισχυρή συνδικαλιστική οργάνωση της ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ. Σκοπός αυτής της σύγκρουσης είναι να οδηγηθεί αυτή η οργάνωση σε μια υποχώρηση και ήττα, που θα ολοκληρώσει πρακτικά την οριστική αποδυνάμωση της οργανωμένης μισθωτής εργασίας στην Ελλάδα.
Για να υπάρχει ελπίδα να αντιμετωπιστεί αυτό το φιλόδοξο και επικίνδυνο για τον κόσμο της εργασίας σχέδιο, χρειάζεται να γίνει κατανοητό τόσο το πολιτικό σχέδιο ανατροπής των κοινωνικών συσχετισμών που βρίσκεται ενσωματωμένο στη λογική του Μνημονίου, όσο και η πλήρης πλεόν ταύτιση της ελληνικής κυβέρνησης με αυτό το σχέδιο. Χρειάζεται με άλλα λόγια να εγκαταλειφθεί η απλοϊκή ανάλυση που μιλάει για “ολομέτωπη επίθεση” και αναμένει τον ξεσηκωμό του ενωμένου “λαού”, και να αναδειχθεί η δουλεμένη πολιτική μηχανική του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, η οποία αποτελεί (μετά τις ταλαντεύσεις της πρώτης περιόδου) και τη μόνη στρατηγική επιλογή της πολιτικής εξουσίας. Η στρατηγική αυτή, από πρόταση “ξένων” οργανισμών, που θα ανέτρεπε υποσχέσεις και αντιλήψεις του κυβερνώντος κόμματος, έχει μετατραπεί σε συνεκτική πρόταση που έχει γίνει η μόνη διέξοδος για το κόμμα αυτό.
Σε γενικές γραμμές η στρατηγική απέναντι στη  μισθωτή εργασία υλοποιείται σε τρία στάδια. Στο πρώτο στάδιο είχαμε τη μείωση των εισοδημάτων των δημοσίων υπαλλήλων, που βασίστηκε στην παραδοχή ότι ιδιαίτερα σε συνθήκες κρίσης είναι πιό ασφαλείς και έχουν υψηλότερα εισοδήματα σε σχέση με τον ιδιωτικό τομέα, και επομένως οι περικοπές μπορεί να εμφανιστούν ως ένα μέτρο με εξισωτικό χαρακτήρα. Σε ένα δεύτερο στάδιο, που αφορούσε τον ιδιωτικό τομέα, δόθηκε προτεραιότητα σε μέτρα που δεν πλήττουν κυρίως το εισόδημα, αλλά σε μέτρα με μεσοπρόθεσμες ή μακροπρόθεσμες επιπτώσεις, όπως η αμφισβήτηση ασφαλιστικών δικαιωμάτων και η περαιτέρω απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, που αποτελεί έναν ελιγμό με τον οποίο συμφώνησε απόλυτα ο ΣΕΒ. Από τη δεκαετία του 90, ο ΣΕΒ έχει αναπτύξει και χρησιμοποιήσει μια τακτική που δίνει προτεραιότητα στην επιδείνωση του συσχετισμού σε βάρος της εργασίας και όχι στις κατά μέτωπο συγκρούσεις.
Το τρίτο στάδιο αφορά πλέον τις “συντεχνίες”, δηλαδή τα οργανωμένα επαγγέλματα ή κατηγορίες μισθωτών. Πίσω από τη δογματική προσκόληση του ΔΝΤ στην κατάργηση των “κλειστών επαγγελμάτων” και στην ιδιωτικοποίηση των δημοσίων επιχειρήσεων, υπάρχει φυσικά μια στρατηγική μεταφοράς στο ιδιωτικό κεφάλαιο των δραστηριοτήτων οπου τον καθοριστικό ρόλο παίζουν τώρα επαγγελματίες (επιστήμονες ή όχι) με αναγνωρισμένα δικαιώματα ή ισχυρές συνδικαλιστικές οργανώσεις. Ο συλλογισμός είναι απλός και αναδιανεμητικός: άν μεταφερθεί ένα μέρος της αμοιβής που είναι εξασφαλισμένη από το νόμο ή από τη συνδικαλιστική ισχύ, σε επιχειρηματίες του κλάδου, έχουμε μια κερδοφόρο επιχειρηματική δραστηριότητα, παράλληλα με τη μείωση του εισοδήματος των επαγγελματιών ή των μισθωτών. Δεν υπάρχει κανένα επιχείρημα που να πείθει οτι ο νέος ανταγωνισμός που θα γεννηθεί μεταξύ επαγγελματιών ή επιχειρήσεων θα οδηγήσει σε μείωση των τιμών. Αυτό όμως που σίγουρα θα συμβεί είναι οτι η διαμόρφωση των τιμών θα μεταφερθεί εκτός δημοσίου ελέγχου, στο πεδίο των καρτέλ και των άτυπων συναλλαγών με την πολιτική εξουσία.
Η αποδεδειγμένη αδυναμία των συνδικαλιστικών οργανώσεων να αντισταθούν στις δραματικές αναδιανομές εισοδήματος στο δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε οι επιθέσεις κατά των “κλειστών επαγγελμάτων” και των δημοσίων επιχειρήσεων να εμφανιστούν με εξισωτικά επιχειρήματα. Γιατί να μην επεκταθεί μια μοιραία (λόγω κρίσης) γενικευμένη μείωση των εισοδημάτων και στους τομείς αυτούς; Σε μια τέτοια συγκυρία το πλεονέκτημα αυτών των κατηγοριών επαγγελματιών και μισθωτών, το γεγονός δηλαδή οτι ήταν οι ευνοημένοι της εξουσίας, μετατρέπεται σε μειονέκτημα. Και οι ίδιοι κρατικοί ή κυβερνητικοί αξιωματούχοι που διαχειριζόταν τις προνομιακές σχέσεις μαζί τους έχουν μετατραπεί σε πρωταγωνιστές των ιδεών και των στόχων της τρόϊκας. Η αλλαγή που πάει να γίνει στην ισορροπία των κοινωνικών δυνάμεων, με την αμφισβήτηση του νομιμοποιητικού ρόλου για την πολιτική εξουσία της σχέσης με μεσαία στρώματα επαγγελματιών ή μισθωτών, λαμβάνει ιστορικές διαστάσεις, και δεν πρέπει να υποτιμηθεί από τους ενδιαφερόμενους και τους εκπροσώπους τους.
Κατά τη δεκαετία του 90, εν μέσω θριάμβου του “εκσυγχρονισμού”, εμφανίστηκε με τον πιό ολοκληρωμένο τρόπο το ελληνικό μοντέλο σχέσεων του κράτους με τις κοινωνικές τάξεις και ομάδες. Επιβεβαιώθηκε η ιστορική αναπαραγωγή ενός πελατειακού κράτους που διαχειρίζεται προνομιακές σχέσεις με επιχειρηματικά συμφέροντα και με ιδιαίτερα κοινωνικά συμφέροντα.  Διατηρήθηκε μια διαρκώς ανανεωνόμενη ισορροπία ανάμεσα σε θεσμικές και άτυπες πρακτικές, που δεν μπορεί να καταλήξει σε ένα συνολικό κοινωνικό συμβόλαιο, αλλά συνδυάζει μια γενική επιχειρηματοκεντρική στρατηγική με την κοινωνική νομιμοποίησή του καθεστώτος μέσω των ειδικών σχέσεων με μεσαίες επαγγελματικές ομάδες ή ομάδες μισθωτών.
Το όραμα στο οποίο στηρίζεται η σημερινή στρατηγική, ένα όραμα που επιδιώκει τη νομιμοποίηση του πολιτικού καθεστώτος μέσω της σχέσης του κράτους με επιχειρηματικές ομάδες αποκλειστικά, μπορεί να υλοποιηθεί χάρη σε πρακτικές του κρατικού μηχανισμού που είναι ήδη σε λειτουργία, αλλά ανατρέπει μια προηγούμενη ισορροπία ανάμεσα σε ιδιωτικά και δημόσιου ή κοινωνικού χαρακτήρα συμφέροντα.  Αποτελεί μια φυγή προς ένα τριτοκοσμικό μοντέλο, συνεργασίας του κράτους με τα ισχυρότερα επιχειρηματικά συμφέροντα και συνεχούς υλοποίησης πολιτικών αποδυνάμωσης κοινωνικών αντιστάσεων και οργανωμένων κοινωνικών παρεμβάσεων. Μπορεί να ισορροπήσει αυτή η νέα κατάσταση μόνο με την εγκατάσταση της χώρας σε μια μόνιμη κοινωνική κρίση. Αλλά είναι κι αυτή μια μορφή που μπορεί να πάρει η νομιμοποίηση ενός καθεστώτος.
Όσο εξελίσσεται η υλοποίηση αυτής της στρατηγικής, η κάθε επαγγελματική ομάδα βρίσκεται αντιμέτωπη (σχεδόν μόνη) με την κυβέρνηση αλλά και με την αδράνεια της υπόλοιπης κοινωνίας. Από την υπόθεση των φορτηγατζίδων μπορεί να βγούν ορισμένα διδάγματα. Η δύναμη ενός τέτοιου κλάδου, η ικανότητά του να παραλύσει τη χώρα, μετατρέπεται από πλεονέκτημα σε μειονέκτημα, καθώς η κινητοποίησή του φαίνεται να στρέφεται εναντίον μιας κοινωνίας που ζεί σε συνθήκες σοβαρής οικονομικής και κοινωνικής κρίσης και η αξιοποίηση του όπλου της επιστράτευσης είναι εύκολη και αποτελεσματική. Δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς οτι η ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ θα βρεθεί σε μια παρόμοια κατάσταση, ικανή να παραλύσει τη χώρα, αλλά ανίκανη να ξεπεράσει το περιβάλλον κοινωνικής αδράνειας ή/και αποδοκιμασίας, και την αποφασιστικότητα της τρόϊκας και της κυβέρνησης.
Για να επιδιώξει να αντισταθεί αποτελεσματικά μια συνδικαλιστική ή επαγγελματική οργάνωση στο υλοποιούμενο σχέδιο, πρέπει να επιδιώξει την πραγματοποίηση συμμαχιών με την κοινωνία, αντιστρέφοντας την παράδοση των προνομιακών σχέσεων με το κράτος και τις κυβερνήσεις. Χρειάζεται πρώτον, να κάνει πολλή δουλειά για να πείσει οτι υπερασπίζεται πραγματικά το δημόσιο συμφέρον, παρουσιάζοντας προγραμματικές θέσεις και προτάσεις για τον κάθε κλάδο δραστηριότητας, και κάνοντας συστηματικές προσπάθειες για να διαδοθούν και να γίνουν γνωστές αυτές οι προτάσεις. Χρειάζεται επίσης, να γίνουν προσπάθειες σύνδεσης των συνδικαλιστικών ή επαγγελματικών κινητοποιήσεων με τη δραστηριοποίηση των πολιτών ή άλλων κατηγοριών εργαζομένων, μέσω κοινών στόχων. Χρειάζεται τέλος, να γίνουν ουσιαστικές χειρονομίες κοινωνικής προσφοράς ικανές να αμφισβητήσουν την εικόνα των προνομιούχων κοινωνικών ομάδων που υπερασπίζονται μόνο τα δικά τους συμφέροντα και ανάγκες. Αν δεν κατορθώσουν αυτές οι κατηγορίες επαγγελματιών ή μισθωτών να στραφούν προς την προσπάθεια δημιουργίας  νέων κοινωνικών συμμαχιών και πρακτικών, να στραφούν με άλλα λόγια προς την κοινωνία, δεν έχουν καμμία δυνατότητα αντίστασης στην αδυσώπητη πολιτική μηχανική που έχει τεθεί σε κίνηση.

Τι συγκροτεί τις κοινωνικές τάξεις;

Ο Ηλίας Ιωακείμογλου αναλαμβάνει να λύσει τη θεωρητική παρεξήγηση (με τις διόλου αμελητέες συνέπειες) όσον αφορά το τι είναι η εργατική τάξη.

Ένας δύσκολος έρωτας: Η Αριστερά και ο κόσµος της εργασίας

Η  σχέση  των  οργανωµένων  δυνάµεων  της  Αριστεράς  µε  τους  εργαζόµενους  είναι  σχέση εξωτερική, δεν είναι σχέση οργανική. Σχέση εξωτερική επειδή οι πολιτικές οργανώσεις της Αριστεράς φαντάζονται πως η εργατική τάξη είναι ήδη συγκροτηµένη και ότι η απουσία της από την πολιτική σκηνή, όπως εξάλλου και η ιδεολογική της απάθεια, οφείλονται σε ένα «έλλειµµα  συνείδησης».  Στην  φαντασία  των  οργανωµένων  δυνάµεων  της  Αριστεράς,  η εργατική  τάξη  είναι  ένας  «κοιµώµενος  γίγαντας»  του  οποίου  η  αφύπνιση  εκκρεµεί. Αναλαµβάνουν  λοιπόν,  οι  οργανώσεις  της  Αριστεράς,  να  µεταγγίσουν  στις  εργαζόµενες µάζες   την   ταξική   συνείδηση   που   τους   λείπει.   Να   εκφέρουν,   εποµένως,   το   «σωστό σύνθηµα», να εκπονήσουν το «σωστό πρόγραµµα», να εφεύρουν το κατάλληλο «έναυσµα» που θα αφυπνίσει το ταξικό ένστικτο και θα το µετατρέψει σε ταξική συνείδηση. Από την ίδια αντίληψη των πραγµάτων απορρέει µε φυσικό τρόπο και το σύνολο των δράσεων που αναλαµβάνουν οι εν λόγω οργανώσεις: τηλεοπτικές εµφανίσεις, διαφώτιση, αφισοκόλληση, έκδοση  αµέτρητων  εφηµερίδων  και  περιοδικών,  εξόρµηση  για  πώληση  εντύπων  και διανοµή  προκηρύξεων,  διαλέξεις  και  µαθήµατα,  διαδηλώσεις…

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Για τους Ρομά στην Ελλάδα

Η δίωξη των Ρομά από την κυβέρνηση Σαρκοζί σηματοδοτεί την ενίσχυση του ρατσιστικού μίσους -και προκαλεί την κατακραυγή της Αριστεράς και του διεθνούς Τύπου-, αποτελεί ωστόσο μιαν αφορμή να δούμε τι συμβαίνει με τους 250-300.000 Ρομά (σύμφωνα με επίσημες και ανεπίσημες πηγές) που ζουν στη χώρα μας. Η θεματική μελέτη του i-red (Ινστιτούτο για τα Δικαιώματα, την Ισότητα και την Ετερότητα) με τίτλο «Στάγαση των Ρομά στην Ελλάδα. Φαύλοι Κύκλοι και Εδραιωμένοι Μύθοι», που δημοσιεύτηκε τον Οκτώβριο του 2009, δίνει επαρκείς απαντήσεις. Η μελέτη είναι διαθέσιμη εδώ.


Baaria, του Τζουζέπε Τορνατόρε

Η φίλη του Θεάτρου Δρόμου Louise M. προτείνει:

Η παρουσίαση της ταινίας εδώ

Φαντάσματα του ΔΣΕ. Για το βιβλίο του Νίκου Μαραντζίδη “Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας”

Στις Αναγνώσεις της Κυριακάτικης Αυγής, και με αφορμή την έκδοση του βιβλίου του Νίκου Μαραντζίδη «Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας (1946-1949)», ο Πέτρος-Ιωσήφ Στανγκανέλλης διαπιστώνει ότι «η νέα εθνικοφροσύνη δεν κραδαίνει πια τα λάβαρα του έθνους, της φυλής και του προαιώνιου προορισμού, [αλλά] ευέλικτη και εύπλαστη, παρουσιάζεται με τη σημαία τής «κοινής λογικής», του «νοικοκυρέματος», του «πέρα και πάνω από πολιτική και κόμματα» «αυτονόητου»«.

ΝΙΚΟΣ ΜΑΡΑΝΤΖΙΔΗΣ, Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας (1946-1949), εκδόσεις Αλεξάνδρεια, σελ. 197

Η σχέση της νέας εθνικοφροσύνης με την ιστορία είναι αμφίσημη. Από τη μια, αυτοπροβάλλεται ως ο κατεξοχήν εχθρός των κατεστημένων νοοτροπιών, των πρακτικών του παρελθόντος, οι οποίες «είδαμε πού οδήγησαν», και μας καλεί «να μηδενίσουμε το κοντέρ». Από την άλλη (ηγεμονία, γαρ), είναι υποχρεωμένη να αποζητά ιστορική νομιμοποίηση -κι αφού δεν τη βρίσκει, την κατασκευάζει. Δεν αυτοβιογραφείται, όμως. Τη συμφωνία με τον παλαιότερο (αλλά ακόμα εν ζωή) αντικομουνισμό, όπου αυτή φανερώνεται, τη θεωρεί συμπτωματική, κι αμέσως την αρνείται δημοσίως. Αντ’ αυτού, προτιμά να βιογραφήσει την αρνητικότητα των αντιπάλων της. Ακόμα κι αν δεν υπήρχαν, θα έπρεπε να τους εφεύρει. Όσο κι αν επί πολλά έτη κήρυττε τον θάνατό τους -όρος απαραίτητος για να φανεί νικήτρια- τώρα ξαναδίνει πνοή στα φαντάσματα και τα ενδύει με τρόπο ώστε να μοιάζουν με τους σημερινούς της πολεμίους. Η νέα εθνικοφροσύνη, γνωρίζοντας ότι η λογική μπορεί, υπό κατάλληλες συνθήκες, να αποκαλύψει την ιδεολογική χειραγώγηση της κοινωνίας που επιχειρεί, φροντίζει να διασπείρει στην αφήγησή της σκοτεινά παρασκήνια, αόρατες συνωμοσίες, υπεράνθρωπους εχθρούς, που την καταδιώκουν και δεν την αφήνουν να αποκαλύψει φοβερά μυστικά και ταμπού. Παρότι πρόσκαιρος νικήτρια, ξέρει καλά πως δε θα επικρατήσει μελλοντικά, παρά μόνον αν κατακτήσει την αιωνιότητα που της προσδίδει μια ιστορία κατ’ ομοίωσήν της, ένα παρελθόν στο οποίο έχει ήδη νικήσει, αναδρομικά, τους σημερινούς δυνάμει αντιπάλους της.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Iδιωτικοποιήσεις από την πίσω πόρτα

Ο Ρούσσος Βρανάς (ΤΑ ΝΕΑ, 27.8.2010) επισημαίνει μια τάση που κερδίζει έδαφος στην Αμερική, αλλά μας θυμίζει πολλά εδώ στην Ελλάδα.

Μέχρι εκεί έφτασε η Αμερική: ζητούν από τους γονείς να στέλνουν τα παιδιά τους στο σχολείο με ένα χαρτί τουαλέτας παραμάσχαλα. Και όχι μόνο με αυτό, αλλά και με ένα σωρό άλλα είδη που κάποτε τα παρείχαν δωρεάν τα σχολεία. Είναι μια τάση ανησυχητική, την οποία περιγράφουν οι «Τάιμς της Νέας Υόρκης» και που φορτώνει στις πλάτες των γονέων τα οικονομικά βάρη τα οποία άλλοτε σήκωνε το κράτος με τα λεφτά των φορολογουμένων (σήμερα πού να περισσέψουν με τόσους τραπεζίτες;).

Ενα περιοδικό, το «Σάλον», χαρακτηρίζει αυτή την τάση «ιδιωτικοποιήσεις από την πίσω πόρτα». «Εκ πρώτης όψεως δεν φαίνεται κάτι παράλογο» γράφει η Αλίσα Μπατιστόνι. «Ομως, ποιος ρωτάει τους γονείς που παλεύουν καθημερινά να πληρώσουν τους λογαριασμούς τους; Και γιατί το κράτος να φορτώνεται σε αυτούς που έτσι κι αλλιώς πληρώνουν φόρους για να συντηρούνται τα δημόσια σχολεία;». Οι ιδιωτικοποιήσεις από την πίσω πόρτα δεν περιορίζονται μόνο στα δημόσια σχολεία. Οι Πολιτείες του Μιζούρι, της Τζόρτζιας και της Αριζόνας ήδη έκαναν περικοπές στα συστήματα μεταφορών. Ετσι, χιλιάδες άνθρωποι δεν ξέρουν πια πώς να πάνε στη δουλειά τους. Καταφεύγουν λοιπόν σε ιδιωτικά μέσα μεταφοράς. Πολλές πολιτείες έχουν κόψει ακόμη και τις πιστώσεις για την πυροσβεστική και την αστυνομία, με αποτέλεσμα να υπάρχει υστέρηση στην αντιμετώπιση των πυρκαγιών και της εγκληματικότητας. Οι περικοπές στο πυροσβεστικό σώμα υποχρεώνουν τους κατοίκους ευπαθών περιοχών να αναθέτουν σε ιδιωτικές εταιρείες πυρόσβεσης την προστασία των κατοικιών τους. Σαν να επιστρέφει έτσι ο χρόνος στην Αμερική του 19ου αιώνα, όταν ιδιωτικές πυροσβεστικές εταιρείες παράβγαιναν η μία με την άλλη ποια θα πρωτοσβήσει τη φωτιά για να εισπράξει την αμοιβή. Για να εξοικονομήσουν χρήματα από τον λογαριασμό του ηλεκτρικού, πολλές αμερικανικές πόλεις έχουν αρχίσει να σβήνουν ακόμη και τα φώτα στους φανοστάτες των δρόμων.

Οι ιδιωτικοποιήσεις από την πίσω πόρτα μειώνουν την ποσότητα και την ποιότητα των υπηρεσιών προς τους πολίτες. «Ασφαλώς, ορισμένες περικοπές είναι απαραίτητες σε χαλεπούς καιρούς» γράφει η Αλίσα Μπατιστόνι που ελπίζει πως αυτές οι περικοπές θα είναι προσωρινές, ώσπου να ξεπεραστεί η κρίση. «Ομως, όταν αποφασίζουμε πως είναι προτιμότερο να σβήσουμε τα φώτα στους δρόμους και να καταργήσουμε γραμμές λεωφορείων από το να φορολογήσουμε τους πλούσιους, είναι σαν να αποφασίζουμε πως η ποσότητα και η ποιότητα των δημόσιων αγαθών πρέπει να καθορίζονται από το πορτοφόλι εκείνου που αντέχει να τις πληρώσει».

Με τις περικοπές γενικά, όχι μόνο στην Αμερική αλλά και στις υπόλοιπες χώρες που μαστίζονται από την κρίση, παίζεται ένα ανέντιμο παιχνίδι: όλες οι κυβερνήσεις τις χαρακτηρίζουν προσωρινές, χωρίς καμία τους να δεσμεύεται γι΄ αυτό. Και ελπίζουν ότι οι απλοί πολίτες, αργά ή γρήγορα, θα συνηθίσουν να ζουν μια φτωχότερη και λιγότερο αξιοπρεπή ζωή, ενώ οι πλούσιοι θα αγοράζουν με τα λεφτά τους τις υπηρεσίες εκείνες που άλλοτε το κράτος παρείχε σε όλους.

Μια «ανοησία» που κοστίζει όσο ένα μελετημένο έγκλημα

Ο Τζόζεφ Στίγκλιτζ προειδοποιεί για …το αυτονόητο (από το οικονομικό ένθετο της Καθημερινής, 25.8.2010)

Η επιμονή των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων να περιορίσουν δραστικά τις δημόσιες δαπάνες για να δαμάσουν το δημοσιονομικό τους έλλειμμα μπορεί να παρασύρει τις οικονομίες τους σε νέα ύφεση, προειδοποίησε ο νομπελίστας οικονομολόγος Τζόζεφ Στίγκλιτζ. Στο πλαίσιο ραδιοφωνικής συνέντευξης που έδωσε χθες στο ιρλανδικό σταθμό RTE Radio, ο κ. Στίγκλιτζ είπε ότι «οι περικοπές σε κρατικές επενδύσεις με υψηλές αποδόσεις μόνον και μόνον για να βελτιωθεί η εικόνα των δημοσιονομικών μιας χώρας είναι πραγματικά ανόητη».

Παγίδα

Αναφερόμενος στο Σύμφωνο Σταθερότητας, ο κ. Στίγκλιτζ εκτίμησε ότι «η Ευρώπη κινδυνεύει να παγιδευτεί ξανά σε ύφεση, διότι είναι τόσο πολλοί που επικεντρώνονται στο τεχνητό όριο του 3%, το οποίο αντανακλά μόνον μια πλευρά του ισολογισμού και δεν ανταποκρίνεται στην τρέχουσα πραγματικότητα». Ο ίδιος προβλέπει ότι η ανάπτυξη των ευρωπαϊκών οικονομιών δεν θα ενισχυθεί αισθητά στο εγγύς μέλλον, καθώς οι επιχειρήσεις συνεχίζουν να απολύουν εργαζομένους.

Ο κ. Στίγκλιτζ αναφέρθηκε, ειδικότερα, στον κομβικό ρόλο που διαδραματίζουν οι μεγαλύτερες οικονομίες στην ανάπτυξη της Ευρώπης: «Είναι προφανές ότι η Ιρλανδία δεν μπορεί, σε μεμονωμένη βάση, να ορίσει την πορεία της Ευρώπης», δήλωσε ο επιφανής οικονομολόγος, προσθέτοντας όμως ότι «εάν η Γερμανία, η Βρετανία και οι κυβερνήσεις άλλων μεγάλων χωρών ακολουθήσουν ανάλογο πρόγραμμα δημοσιονομικής λιτότητας, τότε η Ιρλανδία θα υποστεί μεγαλύτερες επιπτώσεις». Σύμφωνα με τις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το δημοσιονομικό έλλειμμα της Ιρλανδίας αναμένεται να μειωθεί φέτος στο 11,7% του ΑΕΠ από το 14,3%, πέρυσι.

Αν και η υπηρεσία πιστοληπτικής αξιολόγησης Moody’s ανακοίνωσε χθες ότι υποχωρούν οι κίνδυνοι που απειλούν την οικονομική ανάπτυξη της Ευρωζώνης, ο κ. Στίγκλιτζ μίλησε για βραδεία έξοδο των οικονομιών από την ύφεση. «Το πρόβλημα είναι ότι δεν θα απαλλαγούμε γρήγορα από την κρίση αυτή. Εισερχόμαστε σε μια μακρά περίοδο υποτονικών ρυθμών ανάπτυξης, όπως συνέβη στην Ιαπωνία. Είναι δυσάρεστο να γίνεται λόγος για ένα νέο περιβάλλον ομαλότητας όταν η ανεργία κυμαίνεται στο 10%», υπογράμμισε. «Αυτά τα δεδομένα είναι πλήρως απογοητευτικά».

Tο έλλειμμα

Φόβοι για αποδυνάμωση της αναπτυξιακής δυναμικής των ευρωπαϊκών οικονομιών έχουν διατυπωθεί τελευταία από μερίδα οικονομικών αναλυτών, καθώς προτεραιότητα των κυβερνήσεων είναι να περιορίσουν το δημοσιονομικό τους έλλειμμα κάτω από το 3% του ΑΕΠ, όπως υπαγορεύει το Σύμφωνο Σταθερότητας. Σκληρά μέτρα λιτότητας, με αύξηση της φορολογίας και μείωση των δαπανών, έχει υιοθετήσει και η Βρετανία, ενώ πιέσεις δέχονται και οι ΗΠΑ ώστε να περιορίσουν το δημοσιονομικό τους έλλειμμα.

Η “θωράκιση” του κράτους απέναντι στην κοινωνία έχει όρια

Στη συγκυρία που διανύουμε, η κύρια διαχωριστική γραμμή μέσα στην κοινωνία είναι αυτή ανάμεσα στους πολέμιους του Μνημονίου «Συνεργασίας» με το ΔΝΤ και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και τους υποστηρικτές του. Πάνω σ’αυτή τη γραμμή θα φανεί, μεταξύ άλλων, αν τα κόμματα θα συνεχίσουν να υπάρχουν όπως τα ξέρουμε και, εξαιτίας αυτού του διαχωρισμού, τα πρώτα δείγματα λένε πως δεν θα συνεχίσουν. Αυτό σημαίνει η αποχώρηση από τον Συνασπισμό της περί τον Κουβέλη «Ανανεωτικής Πτέρυγας» και η δημιουργία της Δημοκρατικής Αριστεράς, που αρνήθηκε εξαρχής να τοποθετηθεί με σαφήνεια σε ποια πλευρά της διαχωριστικής γραμμής πατάει, ώστε σήμερα (στις προσεχείς εκλογές) να μπορεί να συντρέχει το ΠΑΣΟΚ΄αυτό σημαίνει, επίσης, η αποδοχή πρωτοκλασάτων στελεχών της ΝΔ όπως η Ντ. Μπακογιάννη -και δευτερευόντως, ο διαγραφείς πρώην υπουργός Χρ. Μαρκογιαννάκης-, να αρχίσουν από την αρχή, τώρα που όλα προμηνύουν διάλυση και ανακάτεμα της τράπουλας.

Αναγκαία σημείωση: αυτό που συμβαίνει στα κόμματα έχει το αντίστοιχό του στην αναδιοργάνωση της κυβέρνησης (ένα ολιγάριθμο και ανεξέλεγκτο σώμα θα παίρνει τις αποφάσεις για όλα, για να αποφεύγονται οι «προστριβές), έχει όμως και το αντίστοιχό του στην αναδιοργάνωση του κατασταλτικού μηχανισμού. Όλες αυτές οι διαδικασίες θα μπορουσαν να μπουν κάτω από την ομπρέλα «θωράκιση του κράτους απέναντι στην κοινωνία σε καιρούς όξυνσης της κρίσης». Η θωράκιση αυτή, ωστόσο, δεν είναι καταδικασμένη να πετύχει: κάθε άλλο.

Ας δούμε για παράδειγμα  τον κατ’εξοχήν μηχανισμό νομιμοποίησης της πολιτικής της κυβέρνησης, τα ΜΜΕ, η στράτευση των οποίων στις επιταγές του «Μνημονίου» ήταν εξαρχής συγκινητική. Ας δούμε, πιο συγκεκριμένα, την εν Ελλάδι πρωθιέρεια του ΔΝΤ, την Καθημερινή. Αναφερόμενος στην κριτική περί αναποτελεσματικότητας των μέτρων που διατύπωνε η Αριστερά  (προφανώς αυτή περί αδικίας των μέτρων δεν είναι για την εφημερίδα ενδιαφέρουσα…), στις 8 Αυγούστου, ο Κώστας Καλλίτσης σημείωνε στο κυριακάτικο οικονομικό ένθετο: «κάποιοι έλεγαν ότι δεν θα τα καταφέρουμε, θα χρεοκοπήσουμε (…) Το πρόγραμμα που συμφωνήθηκε με την τρόικα υλοποιείται εντός των προδιαγραφών -ίσως ελαφρώς καλύτερα«. Αναφερόταν στην αξιολόγηση της πορείας της χώρας από τον μηχανισμό της τρόικας, όπως και ο Πάσχος Μανδρεβέλης, δύο μέρες νωρίτερα («Μετά τα πρώτα καλά σημάδια«, 6.8.2010): «το πρόγραμμα σταθερότητας της οικονομίας -προς έκπληξη όλων και προς θλίψη κάποιων καταστροφολόγων- προχωρεί ομαλά«. Κι όμως, είναι μόλις δυο εβδομάδες μετά, στο φύλλο της 22ας Αυγούστου, που η εφημερίδα κάνει λόγο για «αγωνία» και κίνδυνο περαιτέρω ύφεσης «που ήδη μοιάζει ότι θα είναι βαθιά«, ενώ σε άλλο διαπιστώνει «καθίζηση των εσόδων λόγω αύξησης φόρων«. Προς τι οι πανηγυρισμοί;

Αντιφάσεις σαν αυτές δικαιώνουν ως απόλυτα εύστοχη την παρατήρηση του Ανδρέα Καρίτζη: «η προπαγανδιστική εμβέλεια των ΜΜΕ αποδυναμώνεται όσο χρησιμοποιείται» (Αυγή, 22.8.2010). Αυτό, όμως, είναι μάλλον σήμα για το εύθραυστο των μηχανισμών κατασκευής της συναίνεσης: η θωράκιση του κράτους και η χειραγώγηση της κοινωνίας δεν μπορεί να είναι χωρίς όριο…