Για την εξωτερική πολιτική της Τουρκίας

https://i0.wp.com/www.newstime.gr/resources/2009-05/davoutoglou-ii-thumb-large.jpg

Ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών Αχμέτ Νταβούτογλου.

Το βιβλίο του Αχμέτ Νταβούτογλου «Στρατηγικό βάθος. Η διεθνής θέση της Τουρκίας» είναι εδώ και αρκετές εβδομάδες στις πρώτες θέσεις στον πίνακα των ευπώλητων. Στην «Εποχή» της 27ης Ιουνίου, ο Θόδωρος Παρασκευόπουλος αναλύει το «δόγμα Νταβούτογλου» για την εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης Ερντογάν και επισημαίνει τις διαφορές του μετριοπαθούς πολιτικού ισλαμισμού που η τελευταία εκπροσωπεί, με τον (αποτυχημένο) κεμαλικό εθνικισμό.

Τι τρέχει, τέλος πάντων, με την Τουρκία; Από τότε που, στην  αρχή του δεύτερου πολέμου του Ιράκ, η Άγκυρα αρνήθηκε να διευκολύνει τις ΗΠΑ, δεν παύει η τουρκική εξωτερική πολιτική να απασχολεί αναλυτές και πολιτικούς. Η πρόσφατη μάλιστα διένεξη της Άγκυρας με το Τελ Αβίβ, με αφορμή τον «στολίσκο της Ελευθερίας» που δέχτηκε τη φονική επίθεση του ισραηλινού ναυτικού, δεν περνάει μέρα χωρίς να δημοσιευτεί στις μεγάλες εφημερίδες όλου του κόσμου ανάλυση για την Τουρκία και τους σκοπούς της εξωτερικής της πολιτικής.

Η Τουρκία μετά την τελευταία εκλογική νίκη του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης του Ταγίπ Ερντογάν και την τοποθέτηση του Αχμέτ Νταβούτογλου στη θέση του Υπουργού Εξωτερικών έχει κάνει κινήσεις στην εξωτερική πολιτική που αγγίζουν δόγματα της πολιτικής του ΝΑΤΟ και των μελών του. Τα ευρωπαϊκά κράτη π.χ. γκρινιάζουν για την άκαμπτη στάση των ΗΠΑ απέναντι στο Ιράν, αλλά κανένας νατοϊκός πρωθυπουργός δεν θα έκανε συμφωνία με τον Αχμαντινετζάντ η οποία να αμφισβητεί την πρωτοβουλία κινήσεων των ΗΠΑ. Τα περισσότερα μέλη του ΝΑΤΟ επικρίνουν το Ισραήλ για τον αποκλεισμό της Γάζας, αλλά κανένα δεν θα κατάγγελνε το Ισραήλ όπως το έκανε ο Ταγίπ Ερντογάν και, πολύ περισσότερο, δεν θα υποστήριζε εγχειρήματα σαν την αποστολή της νηοπομπής για τη Γάζα με τον τρόπο που το έκανε η Τουρκία. Ούτε κανένα άλλο κράτος μέλος του ΝΑΤΟ θα υποδεχόταν τον καταζητούμενο με διεθνές ένταλμα πρόεδρο του Σουδάν Ομάρ Μπασίρ, όπως έκανε η Άγκυρα.
Ο Ρόμπερτ Γκέιτς, ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, στις 10 Ιουνίου κατηγόρησε την Ευρωπαϊκή Ένωση ότι με την απόρριψη της Τουρκίας την έστειλε στην αγκαλιά του Ιράν και της Χαμάς. Πρόκειται φυσικά για ανοησία. Βέβαια, η συμμετοχή σε διεθνείς ολοκληρώσεις δεσμεύει, αλλά την Τουρκία δεν την εμπόδισε η συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ να ασκεί ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική ούτε η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει αποτελεσματικά μέσα πειθάρχησης των κρατών μελών της σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής. Και η Άγκυρα δεν έχει πέσει στην αγκαλιά κανενός.

Aλλοι, ψυχραιμότεροι αναλυτές εκτιμούν ότι η στροφή της Άγκυρας προς Ανατολάς ωφελεί τη Δύση, καθώς μειώνεται η επιρροή του θεοκρατικού Ιράν στον μουσουλμανικό κόσμο, και οι Άραβες γνωρίζουν μια παραλλαγή του πολιτικού Ισλάμ διαφορετική από τον φονταμενατλιστικό ουαχαμπιτισμό της Σαουδικής Αραβίας. Εκτός αυτού, η Τουρκία θα μπορούσε, λένε αυτοί οι αναλυτές, να παίξει έναν ρόλο παραπλήσιο με εκείνον που είχε η Αίγυπτος, προτού η χώρα του Νείλου βυθιστεί στην ακινησία και την παρακμή της εποχής Μουμπάρακ.
Γεγονός είναι πάντως ότι η Τουρκία σήμερα αποκτά χαρακτηριστικά περιφερειακής δύναμης με ρυθμιστικό ρόλο. Αυτός είναι ο λόγος της σύγκρουσης με το Ισραήλ, το οποίο ούτε θέλησε ούτε μπορούσε να αναλάβει κάτι παρόμοιο, κι ας υπήρξαν στο παρελθόν επιδιώξεις, από τις ΗΠΑ κυρίως, να του ανατεθεί ένας τέτοιος ρόλος. Ρύθμιση των πραγμάτων στην Εγγύς Ανατολή σημαίνει όμως προπάντων ρόλο στο παλαιστινιακό ζήτημα, δηλαδή σύγκρουση είτε με το Ισραήλ είτε με τους Παλαιστίνιους. Η σύγκρουση με τους Παλαιστίνιους όμως δεν προσφέρεται ως μέσο για την ανάληψη ηγετικού ρόλου· αυτήν τη διεξάγουν (στρατιωτικά) επιτυχώς οι Ισραηλινοί. Επιπλέον, είτε με κεμαλική είτε με πολιτικοϊσλαμική ηγεσία, η Τουρκία είναι μουσουλμανική χώρα και ο ισλαμικός διεθνισμός είναι ένα από τα σημαντικά ιδεολογικά όπλα του κόμματος του Ερντογάν στη σύγκρουσή του με τον εθνικιστικό κεμαλισμό. Η εξωτερική πολιτική του «Χότζα», όπως αποκαλούν με σεβασμό τον Νταβούτογλου στο κόμμα του, απέδειξε μέχρι τώρα ότι ο ισλαμικός διεθνισμός είναι προσφορότερος για την εξυπηρέτηση των εθνικών επιδιώξεων της Τουρκίας από τον κεμαλικό εθνικισμό.

Ως «εθνικό συμφέρον» της Τουρκίας θεωρούν όλες οι αστικές πολιτικές δυνάμεις την ανάδειξη της Άγκυρας σε περιφερειακή μεγάλη δύναμη και αυτό το επιδίωξαν στο πρόσφατο παρελθόν τα κοσμικά κόμματα να το υπηρετήσουν με τον «παντουρανισμό», την πολιτική συνένωσης της μεγάλης οικογένειας των λαών τουρκικής καταγωγής. Οι λαοί αυτοί, στον Καύκασο και την Κεντρική Ασία, συγκροτήθηκαν σε εθνικά κράτη μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Εκπρόσωπος αυτής της πολιτικής ήταν προπάντων στον καιρό του ο Τουργούτ Οζάλ, ο οποίος απέτυχε παταγωδώς. Δεν γοήτευσε ούτε τους Αζέρους ούτε τους Τουρκμένους ούτε κανέναν άλλον. Εξάλλου αυτή η πολιτική δίχαζε την ίδια την Τουρκία, καθώς αρνιόταν τις εθνοτικές ιδιαιτερότητες στο εσωτερικό της, κυρίως των Κούρδων.

Η ιδεολογία του τουρκικού πολιτικού Ισλάμ είναι εκ διαμέτρου αντίθετη. Είναι εθνικά, γλωσσικά, πολιτισμικά ανεκτική και δεν διακατέχεται από εθνικές και φυλετικές φοβίες. Μπορεί ως εκ τούτου να συνομιλήσει πολύ πιο ελεύθερα με άλλους: η δυσκολία, ας πούμε, της τουρκικής πολιτικής να αναγνωρίσει τα εγκλήματα κατά των Αρμενίων οφείλεται σήμερα μάλλον στην ανάγκη να ληφθούν υπόψη συντηρητικές εμμονές της τουρκικής κοινωνίας παρά στην πεποίθηση ότι χρειάζεται το κράτος να υπερασπίζεται την ιστορία και την τιμή του έθνους. Από την άλλη, η ισλαμική ιδεολογία συναντιέται με τον εθνικισμό όταν πρόκειται για περιοχές στις οποίες κατοικούν Τούρκοι μουσουλμάνοι, όπως είναι τα κατεχόμενα στην Κύπρο ή η Δυτική Θράκη. Υποχώρηση της Τουρκίας στο Κυπριακό σήμερα θα μείωνε το κύρος της στον μουσουλμανικό κόσμο, όχι για εθνικούς λόγους, αλλά ως εγκατάλειψη ενός μουσουλμανικού πληθυσμού.

Η πολιτική Ερντογάν/Νταβούτογλου οδήγησε σε μερική εξομάλυνση των σχέσεων με τον προαιώνιο εχθρό, την Αρμενία, σε αποδοχή της Τουρκίας ως μεσολαβητή στη διένεξη Ρωσίας-Γεωργίας, στη διένεξη μεταξύ Χριστιανών και Χισμπολά στον Λίβανο, ακόμα και στη διένεξη Ισραήλ-Συρίας. Αυτή η πολιτική ήταν και προϋπόθεση για την πρόοδο που είχε σημειωθεί στην Κύπρο και βοήθησε στην ανάδειξη της Αριστεράς ως ηγετικής δύναμης στην τουρκοκυπριακή κοινότητα και στην αναβίωση της ελπίδας ότι θα βρεθεί λύση στο διχοτομημένο νησί.

Προπάντων αυτή η πολιτική αναδεικνύει την  Τουρκία σε ισχυρή δύναμη του μουσουλμανικού κόσμου. Αυτό δεν μπορούσε να γίνει χωρίς να διαταραχθεί η συμμαχία με το Ισραήλ που αποτέλεσε ένα από τα σταθερά σημεία της τουρκική εξωτερικής πολιτικής στο παρελθόν. Η ισχυρή τουρκική συμμετοχή στην αποστολή της νηοπομπής στη Γάζα, που έγινε με κρατική υποστήριξη, δείχνει ότι πια εκεί, στον μουσουλμανικό κόσμο, ρίχνει η Άγκυρα μεγαλύτερο βάρος. Και είναι φυσικό, αυτή η επιλογή και οι συνέπειές της να προκαλούν ανησυχία στη Δύση. Ανησυχίες και στην Ελλάδα και την Κύπρο, καθώς η υποστήριξη των αραβικών χωρών ήταν ένα από τα στηρίγματα της πολιτικής Αθήνας και Λευκωσίας στο Κυπριακό. Σήμερα υπάρχουν ενδείξεις για μια αναζήτηση στηρίγματος στο Ισραήλ, το κράτος δηλαδή που χάνει σε διεθνή επιρροή, και με το οποίο η Τουρκία έχει διαφορές, αλλά και στρατιωτικές σχέσεις, όπως και η Ελλάδα.

Ο χαρακτηρισμός της πολιτικής της Τουρκίας ως «νεοοθωμανικής» είναι τουλάχιστον προϊόν άγνοιας. Η διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν προϊόν της επικράτησης του αστισμού και της ανάδυσης του εθνικού φρονήματος και στον μουσουλμανικό κόσμο – ήταν η διάλυση ενός χαλιφάτου. Κι έτσι το οθωμανικό παρελθόν παράγει μάλλον εχθρότητα στις αραβικές χώρες, όπως και στα ευρωπαϊκά πρώην μέρη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας – κι ας λέει το αντίθετο ο Νταβούτογλου στο βιβλίο του. Η νέα τουρκική πολιτική στον μουσουλμανικό κόσμο είναι μάλλον το αντίθετο: αντί του χαλιφάτου (του πολιτικού-θρησκευτικού κράτους που περιλαμβάνει διάφορους λαούς με κοινό παρονομαστή τη θρησκεία), ο σεβασμός των εθνικών κρατών και η χαλαρή ενότητα στη βάση κοινών θρησκευτικών και πολιτισμικών στοιχείων. Και ως εκ τούτου έρχεται σε σύγκρουση με τη φονταμεταλιστική μουσουλμανική ιδεολογία, των Ταλιμπάν, ας πούμε.

Το υπόβαθρο αυτής της σε γενικές γραμμές επιτυχούς εξωτερικής πολιτικής ήταν η γρήγορη οικονομική ανάπτυξη της Τουρκίας και μάλιστα παρά την παγκόσμια κρίση. Η Τουρκία εξελίσσεται με γοργούς ρυθμούς σε κέντρο παραγωγής και μεταφοράς ενέργειας, ακόμα κι αν γι’ αυτό χρειάστηκε να υπογραφούν αληθινά νεοαποικιακές συμφωνίες με τη Ρωσία, αλλά και σε τόπο προσέλκυσης επενδύσεων. Ένδειξη της σημασίας της Τουρκίας είναι η συμμετοχή της στους G-20. Παραμένει βέβαια μια σχετικά φτωχή χώρα με κατά κεφαλή εισόδημα λιγότερο από το μισό της Ελλάδας και με τρομακτικές διαφορές βιοτικού επιπέδου. Αυτό το χαρακτηριστικό, ενώ ενισχύει την οικονομική ανάπτυξη, καθώς εξασφαλίζει φθηνό εργατικό δυναμικό, από την άλλη την υπονομεύει, γιατί δεν εξασφαλίζει ισχυρή εσωτερική αγορά, κοινωνικές υποδομές και επαρκές μορφωτικό επίπεδο σε μαζική έκταση, αλλά και κοινωνική συνοχή. Ο απόλυτος οικονομικός φιλελευθερισμός που άρχισε με τον Οζάλ, επιταχύνθηκε με την παρέμβαση του ΔΝΤ και συνεχίζει να αναπτύσσεται από τον Ερντογάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για νέα κρίση σαν εκείνη του 2000-2001. Σε μια εποχή μάλιστα στην οποία το εθνικό φρόνημα και ο εθνικισμός φαίνεται πως υποχωρούν, δημιουργείται ένα κενό συνοχής που μπορεί να τροφοδοτήσει την κοινωνική αναταραχή.

Η ανάδειξη της Τουρκίας σε ηγετική δύναμη στην Εγγύς Ανατολή μπορεί να απειληθεί στο μέλλον από τις εξελίξεις στο Ιράν. Η, τουλάχιστον αμφιλεγόμενη, εκλογή του Μαχμούντ Αχαμαντινετζάντ ίσως αποδειχτεί η τελευταία επίδειξη δύναμης της σιιτικής θεοκρατίας. Αν όμως το Ιράν μπορέσει να μετατραπεί σε μια μουσουλμανική μεν, αλλά όχι θεοκρατική δημοκρατία, ανοιχτή στον κόσμο, τότε ο πλούτος τού υπεδάφους του, το μορφωτικό επίπεδο του πληθυσμού του και η παράδοσή του στο εμπόριο του εξασφαλίζουν όλες τις προϋποθέσεις να διεκδικήσει με αξιώσεις ηγετικό ρόλο στην περιοχή.

Κι εκεί που η Τουρκία φαινόταν ότι απερίσπαστη από παλιά προβλήματα μπορούσε να ξεδιπλώσει τη νέα εξωτερική της πολιτική, ήρθε η αναζωπύρωση του Κουρδικού.

Το κόμμα του Ερντογάν είχε συντρίψει εκλογικά τα εθνικά κόμματα των Κούρδων και φαινόταν ότι η νέα πολιτική θα μπορούσε να ενσωματώσει τον ατίθασο αυτό λαό στη νοτιοανατολική Τουρκία. Όμως οι Κούρδοι ζητούν περισσότερα απ’ όσα μπορεί να δώσει ο Ερντογάν.

Βέβαια, τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται από τις ειδήσεις. Η φονική βομβιστική επίθεση στην Κωνσταντινούπολη ήταν, όπως φαίνεται, έργο μιας οργάνωση που προέρχεται μεν από το Κουρδικό Εργατικό Κόμμα του Οτζαλάν, αλλά έχει σε μεγάλο βαθμό αυτονομηθεί. Η τουρκική ηγεσία μιλάει για «δάκτυλο του Ισραήλ», και βασίζεται στο ότι το Ισραήλ στο παρελθόν είχε υποστηρίξει τους Κούρδους του Ιράκ εναντίον του Σαντάμ, αλλά κι έτσι να είναι, αυτό δεν καταργεί το κουρδικό ζήτημα και τις μαζικές διαδηλώσεις στις πόλεις του τουρκικού Κουρδιστάν. Πολλοί υποστηρίζουν ότι η επίθεση στην Κωνσταντινούπολη θα ενισχύσει τον ρόλο του στρατού, που τελευταία, με τις αποδείξεις για σχέδια αποσταθεροποίησης και πραξικοπήματος είχε αποδυναμωθεί. Κι αυτό δεν αποκλείεται, αν μάλιστα ο Ερντογάν ενδώσει στις πιέσεις και επιτρέψει πάλι επιχειρήσεις στο έδαφος του ιρακινού Κουρδιστάν..

Advertisements

Περί theatrodromou
Το Θέατρο Δρόμου είναι ένας τρόπος να πεις όσα μπορούν να ειπωθούν με κείμενα, εικόνες και μουσικές.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: