Συνδικαλιστές: από τη συμμαχία με το κράτος στη συμμαχία με την κοινωνία

Με αφορμή τα σχέδια ιδιωτικοποίησης της ΔΕΗ, ο Πέτρος Λινάρδος-Ρυλμόν  (Within the Multitude 2.8.2010 / Εποχή 29.8.2010) τονίζει ότι, όπως κάθε συνδικαλιστική δύναμη, έτσι και η ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ  μπορεί να οργανώσει νικηφόρες κινητοποιήσεις, υπό τον όρο να αντιστρέψει την εικόνα της προνομιακής συμμάχου της κυβέρνησης, να γνωστοποιήσει τις προτάσεις της στην κοινωνία και να προβεί σε χειρονομίες κοινωνικής προσφοράς που να αποδεικνύουν ότι αγωνίζεται για το δημόσιο συμφέρον.

Δεν είναι σαφές από πού ξεκίνησε η ιδέα για ιδιωτικοποίηση του 40% της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού. Από το υπουργείο Οικονομικών, από τους ενδιαφερόμενους ιδιώτες, από την τρόϊκα; Είναι όμως γεγονός οτι μετά τη δημοσιοποίηση αυτής της ιδέας, συγκροτείται ένα μέτωπο συμφερόντων και πολιτικών ή οικονομικών συντελεστών, το οποίο υιοθετεί σαφώς ως κεντρικό προσανατολισμό της αντιπαράθεσης για το ιδιοκτησιακό καθεστώς της ΔΕΗ, τη σύγκρουση με την ισχυρή συνδικαλιστική οργάνωση της ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ. Σκοπός αυτής της σύγκρουσης είναι να οδηγηθεί αυτή η οργάνωση σε μια υποχώρηση και ήττα, που θα ολοκληρώσει πρακτικά την οριστική αποδυνάμωση της οργανωμένης μισθωτής εργασίας στην Ελλάδα.
Για να υπάρχει ελπίδα να αντιμετωπιστεί αυτό το φιλόδοξο και επικίνδυνο για τον κόσμο της εργασίας σχέδιο, χρειάζεται να γίνει κατανοητό τόσο το πολιτικό σχέδιο ανατροπής των κοινωνικών συσχετισμών που βρίσκεται ενσωματωμένο στη λογική του Μνημονίου, όσο και η πλήρης πλεόν ταύτιση της ελληνικής κυβέρνησης με αυτό το σχέδιο. Χρειάζεται με άλλα λόγια να εγκαταλειφθεί η απλοϊκή ανάλυση που μιλάει για “ολομέτωπη επίθεση” και αναμένει τον ξεσηκωμό του ενωμένου “λαού”, και να αναδειχθεί η δουλεμένη πολιτική μηχανική του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, η οποία αποτελεί (μετά τις ταλαντεύσεις της πρώτης περιόδου) και τη μόνη στρατηγική επιλογή της πολιτικής εξουσίας. Η στρατηγική αυτή, από πρόταση “ξένων” οργανισμών, που θα ανέτρεπε υποσχέσεις και αντιλήψεις του κυβερνώντος κόμματος, έχει μετατραπεί σε συνεκτική πρόταση που έχει γίνει η μόνη διέξοδος για το κόμμα αυτό.
Σε γενικές γραμμές η στρατηγική απέναντι στη  μισθωτή εργασία υλοποιείται σε τρία στάδια. Στο πρώτο στάδιο είχαμε τη μείωση των εισοδημάτων των δημοσίων υπαλλήλων, που βασίστηκε στην παραδοχή ότι ιδιαίτερα σε συνθήκες κρίσης είναι πιό ασφαλείς και έχουν υψηλότερα εισοδήματα σε σχέση με τον ιδιωτικό τομέα, και επομένως οι περικοπές μπορεί να εμφανιστούν ως ένα μέτρο με εξισωτικό χαρακτήρα. Σε ένα δεύτερο στάδιο, που αφορούσε τον ιδιωτικό τομέα, δόθηκε προτεραιότητα σε μέτρα που δεν πλήττουν κυρίως το εισόδημα, αλλά σε μέτρα με μεσοπρόθεσμες ή μακροπρόθεσμες επιπτώσεις, όπως η αμφισβήτηση ασφαλιστικών δικαιωμάτων και η περαιτέρω απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, που αποτελεί έναν ελιγμό με τον οποίο συμφώνησε απόλυτα ο ΣΕΒ. Από τη δεκαετία του 90, ο ΣΕΒ έχει αναπτύξει και χρησιμοποιήσει μια τακτική που δίνει προτεραιότητα στην επιδείνωση του συσχετισμού σε βάρος της εργασίας και όχι στις κατά μέτωπο συγκρούσεις.
Το τρίτο στάδιο αφορά πλέον τις “συντεχνίες”, δηλαδή τα οργανωμένα επαγγέλματα ή κατηγορίες μισθωτών. Πίσω από τη δογματική προσκόληση του ΔΝΤ στην κατάργηση των “κλειστών επαγγελμάτων” και στην ιδιωτικοποίηση των δημοσίων επιχειρήσεων, υπάρχει φυσικά μια στρατηγική μεταφοράς στο ιδιωτικό κεφάλαιο των δραστηριοτήτων οπου τον καθοριστικό ρόλο παίζουν τώρα επαγγελματίες (επιστήμονες ή όχι) με αναγνωρισμένα δικαιώματα ή ισχυρές συνδικαλιστικές οργανώσεις. Ο συλλογισμός είναι απλός και αναδιανεμητικός: άν μεταφερθεί ένα μέρος της αμοιβής που είναι εξασφαλισμένη από το νόμο ή από τη συνδικαλιστική ισχύ, σε επιχειρηματίες του κλάδου, έχουμε μια κερδοφόρο επιχειρηματική δραστηριότητα, παράλληλα με τη μείωση του εισοδήματος των επαγγελματιών ή των μισθωτών. Δεν υπάρχει κανένα επιχείρημα που να πείθει οτι ο νέος ανταγωνισμός που θα γεννηθεί μεταξύ επαγγελματιών ή επιχειρήσεων θα οδηγήσει σε μείωση των τιμών. Αυτό όμως που σίγουρα θα συμβεί είναι οτι η διαμόρφωση των τιμών θα μεταφερθεί εκτός δημοσίου ελέγχου, στο πεδίο των καρτέλ και των άτυπων συναλλαγών με την πολιτική εξουσία.
Η αποδεδειγμένη αδυναμία των συνδικαλιστικών οργανώσεων να αντισταθούν στις δραματικές αναδιανομές εισοδήματος στο δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε οι επιθέσεις κατά των “κλειστών επαγγελμάτων” και των δημοσίων επιχειρήσεων να εμφανιστούν με εξισωτικά επιχειρήματα. Γιατί να μην επεκταθεί μια μοιραία (λόγω κρίσης) γενικευμένη μείωση των εισοδημάτων και στους τομείς αυτούς; Σε μια τέτοια συγκυρία το πλεονέκτημα αυτών των κατηγοριών επαγγελματιών και μισθωτών, το γεγονός δηλαδή οτι ήταν οι ευνοημένοι της εξουσίας, μετατρέπεται σε μειονέκτημα. Και οι ίδιοι κρατικοί ή κυβερνητικοί αξιωματούχοι που διαχειριζόταν τις προνομιακές σχέσεις μαζί τους έχουν μετατραπεί σε πρωταγωνιστές των ιδεών και των στόχων της τρόϊκας. Η αλλαγή που πάει να γίνει στην ισορροπία των κοινωνικών δυνάμεων, με την αμφισβήτηση του νομιμοποιητικού ρόλου για την πολιτική εξουσία της σχέσης με μεσαία στρώματα επαγγελματιών ή μισθωτών, λαμβάνει ιστορικές διαστάσεις, και δεν πρέπει να υποτιμηθεί από τους ενδιαφερόμενους και τους εκπροσώπους τους.
Κατά τη δεκαετία του 90, εν μέσω θριάμβου του “εκσυγχρονισμού”, εμφανίστηκε με τον πιό ολοκληρωμένο τρόπο το ελληνικό μοντέλο σχέσεων του κράτους με τις κοινωνικές τάξεις και ομάδες. Επιβεβαιώθηκε η ιστορική αναπαραγωγή ενός πελατειακού κράτους που διαχειρίζεται προνομιακές σχέσεις με επιχειρηματικά συμφέροντα και με ιδιαίτερα κοινωνικά συμφέροντα.  Διατηρήθηκε μια διαρκώς ανανεωνόμενη ισορροπία ανάμεσα σε θεσμικές και άτυπες πρακτικές, που δεν μπορεί να καταλήξει σε ένα συνολικό κοινωνικό συμβόλαιο, αλλά συνδυάζει μια γενική επιχειρηματοκεντρική στρατηγική με την κοινωνική νομιμοποίησή του καθεστώτος μέσω των ειδικών σχέσεων με μεσαίες επαγγελματικές ομάδες ή ομάδες μισθωτών.
Το όραμα στο οποίο στηρίζεται η σημερινή στρατηγική, ένα όραμα που επιδιώκει τη νομιμοποίηση του πολιτικού καθεστώτος μέσω της σχέσης του κράτους με επιχειρηματικές ομάδες αποκλειστικά, μπορεί να υλοποιηθεί χάρη σε πρακτικές του κρατικού μηχανισμού που είναι ήδη σε λειτουργία, αλλά ανατρέπει μια προηγούμενη ισορροπία ανάμεσα σε ιδιωτικά και δημόσιου ή κοινωνικού χαρακτήρα συμφέροντα.  Αποτελεί μια φυγή προς ένα τριτοκοσμικό μοντέλο, συνεργασίας του κράτους με τα ισχυρότερα επιχειρηματικά συμφέροντα και συνεχούς υλοποίησης πολιτικών αποδυνάμωσης κοινωνικών αντιστάσεων και οργανωμένων κοινωνικών παρεμβάσεων. Μπορεί να ισορροπήσει αυτή η νέα κατάσταση μόνο με την εγκατάσταση της χώρας σε μια μόνιμη κοινωνική κρίση. Αλλά είναι κι αυτή μια μορφή που μπορεί να πάρει η νομιμοποίηση ενός καθεστώτος.
Όσο εξελίσσεται η υλοποίηση αυτής της στρατηγικής, η κάθε επαγγελματική ομάδα βρίσκεται αντιμέτωπη (σχεδόν μόνη) με την κυβέρνηση αλλά και με την αδράνεια της υπόλοιπης κοινωνίας. Από την υπόθεση των φορτηγατζίδων μπορεί να βγούν ορισμένα διδάγματα. Η δύναμη ενός τέτοιου κλάδου, η ικανότητά του να παραλύσει τη χώρα, μετατρέπεται από πλεονέκτημα σε μειονέκτημα, καθώς η κινητοποίησή του φαίνεται να στρέφεται εναντίον μιας κοινωνίας που ζεί σε συνθήκες σοβαρής οικονομικής και κοινωνικής κρίσης και η αξιοποίηση του όπλου της επιστράτευσης είναι εύκολη και αποτελεσματική. Δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς οτι η ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ θα βρεθεί σε μια παρόμοια κατάσταση, ικανή να παραλύσει τη χώρα, αλλά ανίκανη να ξεπεράσει το περιβάλλον κοινωνικής αδράνειας ή/και αποδοκιμασίας, και την αποφασιστικότητα της τρόϊκας και της κυβέρνησης.
Για να επιδιώξει να αντισταθεί αποτελεσματικά μια συνδικαλιστική ή επαγγελματική οργάνωση στο υλοποιούμενο σχέδιο, πρέπει να επιδιώξει την πραγματοποίηση συμμαχιών με την κοινωνία, αντιστρέφοντας την παράδοση των προνομιακών σχέσεων με το κράτος και τις κυβερνήσεις. Χρειάζεται πρώτον, να κάνει πολλή δουλειά για να πείσει οτι υπερασπίζεται πραγματικά το δημόσιο συμφέρον, παρουσιάζοντας προγραμματικές θέσεις και προτάσεις για τον κάθε κλάδο δραστηριότητας, και κάνοντας συστηματικές προσπάθειες για να διαδοθούν και να γίνουν γνωστές αυτές οι προτάσεις. Χρειάζεται επίσης, να γίνουν προσπάθειες σύνδεσης των συνδικαλιστικών ή επαγγελματικών κινητοποιήσεων με τη δραστηριοποίηση των πολιτών ή άλλων κατηγοριών εργαζομένων, μέσω κοινών στόχων. Χρειάζεται τέλος, να γίνουν ουσιαστικές χειρονομίες κοινωνικής προσφοράς ικανές να αμφισβητήσουν την εικόνα των προνομιούχων κοινωνικών ομάδων που υπερασπίζονται μόνο τα δικά τους συμφέροντα και ανάγκες. Αν δεν κατορθώσουν αυτές οι κατηγορίες επαγγελματιών ή μισθωτών να στραφούν προς την προσπάθεια δημιουργίας  νέων κοινωνικών συμμαχιών και πρακτικών, να στραφούν με άλλα λόγια προς την κοινωνία, δεν έχουν καμμία δυνατότητα αντίστασης στην αδυσώπητη πολιτική μηχανική που έχει τεθεί σε κίνηση.