58 χρόνια από την εκτέλεση του Νίκου Μπελογιάννη

Οι εκδόσεις Άγρα τίμησαν την 58η επέτειο από τη δολοφονία του Νίκου Μπελογιάννη, (επαν)εκδίδοντας την μελέτη του το «Το ξένο κεφάλαιο στην Ελλάδα», καθώς και το βιβλίο της συντρόφου του Έλλης Παππά «Ο Λένιν χωρίς λογοκρισία και εκτός μαυσωλείου».

Όποιες κι αν είναι σήμερα οι διαφωνίες μας με το έργο του Μπελογιάννη (ειδικά), τη θεωρία της εξάρτησης και τον σοβιετικό κομμουνισμό (γενικότερα), τόσο στο επίπεδο της θεωρίας όσο, και πολύ περισσότερο, σε αυτό της πρακτικής και της στρατηγικής, όσο εκτός τόπου κι αν φαντάζει ο αριστερός πατριωτισμός που εκπροσώπησαν οι κομμουνιστές της γενιάς του (και το ΚΚΕ ακόμα κραδαίνει), ο Νίκος Μπελογιάννης είναι μέρος της ιστορίας του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος: η εκτέλεσή του από το μετεμφυλιακό κράτος 58 χρόνια πριν, «απάντηση» των νικητών σ’ ένα κίνημα που συνετρίβη διεκδικώντας την εξουσία, είναι ένα πολύτιμο μάθημα για το «από πού ερχόμαστε». Αυτονόητος, λοιπόν, ο σεβασμός και η τιμή στη μνήμη του.

Ποιος ήταν, όμως, ο Νίκος Μπελογιάννης, τη δολοφονία του οποίου το κόμμα που τόσο τίμησε, αποδίδει, ακόμα και σήμερα, στους «Αμερικάνους»;

Ο Νίκος Μπελογιάννης γεννιέται στην Αμαλιάδα το 1915. Από παιδική ηλικία γαλουχείται με τα ιδανικά του κομμουνισμού και από νωρίς, στα φοιτητικά του κιόλας χρόνια και στη Νομική Αθηνών, στοχοποιείται λόγω της πολιτικής του δράσης. Από το 1932 είναι μέλος της ΟΚΝΕ (Ομοσπονδία Κομμουνιστικών Νεολαίων Ελλάδας) και από το 1934 μέλος του ΚΚΕ. Το 1935 εκλέγεται γραμματέας της κομματικής οργάνωσης Αμαλιάδας. Με τη δικιά του συμμετοχή ξεσπούν στην πόλη διαμαρτυρίες των σταφιδοπαραγωγών και απεργίες.

Τον Μάρτη του 1936 ο Μπελογιάννης συλλαμβάνεται ως υπαίτιος της οργάνωσης της απεργίας στην Αμαλιάδα και χωρίς δίκη εξορίζεται στην Ίο για ένα χρόνο. Το Μάη του ίδιου χρόνου θα καταδικαστεί ερήμην σε δύο χρόνια φυλάκιση. Τότε θα αποβληθεί για πάντα και από το Πανεπιστήμιο. Τον Ιούνη του 1936 ασκεί έφεση στην απόφαση και επιστρέφει στην πόλη του.

Την στιγμή που οι ναζί εισβάλουν στην Ελλάδα, ο Μπελογιάννης βρίσκεται κρατούμενος στις φυλακές της Ακροναυπλίας. Ζητά την ελευθερία του για συμμετάσχει στον πόλεμο αλλά η κυβέρνηση αρνείται. Καταφέρνει να αποδράσει και εντάσσεται στον ΕΛΑΣ ως καπετάνιος μεραρχίας στην Πελοπόννησο.

Με την απελευθέρωση της χώρας από τους ναζί και το ξέσπασμα του εμφυλίου πολέμου ο Μπελογιάννης αναλαμβάνει ρόλο Πολιτικού Επιτρόπου της 10ης Μεραρχίας του Δημοκρατικού Στρατού. Από αυτή τη θέση θα παλέψει για τα ιδανικά του μέχρι και την τελευταία στιγμή της εμφύλιας σύρραξης. Το 1949, μετά την ήττα, εγκαταλείπει τη χώρα, βρίσκοντας προσωρινό καταφύγιο στις γειτονικές σοσιαλιστικές χώρες.

Ένα χρόνο αργότερα τον Ιούνιο του 1950, ως μέλος πλέον της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, επιστρέφει στην Ελλάδα, με εντολή να ανασυγκροτήσει και να οργανώσει τους μηχανισμούς του ΚΚΕ στην Αθήνα, το οποίο βάσει νόμου θεωρείται παράνομο, προδοτικό και ξενοκίνητο κόμμα, που δρα ενάντια στην εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας.

Το Δεκέμβρη του 1950 συλλαμβάνεται, μαζί με 93 συντρόφους του, και μετά από εννιά μήνες βασανιστηρίων, τον Οκτώβρη του 1951, οδηγείται ενώπιον του έκτακτου στρατοδικείου, το οποίο αποτελούσαν οι Ανδρέας Σταυρόπουλος (πρόεδρος), Γ. Παπαδόπουλος (μετέπειτα δικτάτορας), Ν. Κομιάνος, Γ. Κοράκης, και Θ. Κυριακόπουλος. Ο Μπελογιάννης καταδικάζεται σε θάνατο και η εύθραυστη μετεμφυλιακή ισορροπία της ελληνικής κοινωνίας κινδυνεύει.

«Τα δικαστήριά σας είναι δικαστήρια σκοπιμότητας. Γι’ αυτό δε ζητώ την επιείκειά σας. Αντικρίζω την καταδικαστική σας απόφαση με περηφάνια και ηρεμία. Με το κεφάλι ψηλά θα σταθώ μπροστά στο εκτελεστικό σας απόσπασμα. Αλλά είμαι σίγουρος πως θα ‘ρθει η μέρα, που οι ίδιοι δικαστές που τώρα με δικάζουν, θα ζητήσουν χάρη απ’ τον ελληνικό λαό. Δεν έχω άλλο τίποτε να πω», θα δηλώσει ο Μπελογιάννης κλείνοντας την απολογία του.

Η διεθνής κατακραυγή αναγκάζει τον τότε πρωθυπουργό Νικόλαο Πλαστήρα, να ανακοινώσει την άρση της απόφασης. Αποφασίζεται, ωστόσο, ο Μπελογιάννης και μερικοί ακόμη σύντροφοί του να δικαστούν και πάλι με την κατηγορία της κατασκοπείας, η οποία θα ενισχυθεί όταν οι αρχές θα ανακοινώσουν στις 14 Νοεμβρίου 1951 ότι βρήκαν παράνομους ασύρματους σε χώρους κομμουνιστών σε Καλλιθέα και Γλυφάδα.

Στις 15 Φεβρουαρίου 1952, ξεκινάει το δεύτερο μέρος της πολύκροτης δίκης, η οποία πέρασε τα σύνορα της Ελλάδας και κέντρισε το ενδιαφέρον της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης. Ο Μπελογιάννης ενώπιον του Διαρκούς Στρατοδικείου Αθηνών, αντικρούει όλες τις κατηγορίες περί κατασκοπείας και δηλώνει: Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου