Διά βοής και βουβουζέλας ο νέος γραμματέας της ΝΔ

Στο σημερινό φύλλο της Καθημερινής (6.7.2010), ο Παντελής Μπουκάλας σχολιάζει την διά βοής εκλογή του γραμματέα της ΝΔ, στα πρότυπα διαδικασιών που εισήγαγε το ΠΑΣΟΚ και …η αρχαία Σπάρτη.

Τα μύρια όσα λέγονται για τη βουερή βουβουζέλα των νοτιοαφρικανικών γηπέδων, σχεδόν όλα ειρωνικά, ωστόσο το όργανο αυτό έχει και στην Ελλάδα τους θαυμαστές και χρήστες του: Ο νέος γραμματέας της (νέας) Νέας Δημοκρατίας, ο κ. Ανδρέας Λυκουρέντζος, εξελέγη με τη μέθοδο της βουβουζέλας, διά βοής δηλαδή: με εκείνη τη βοή που σκεπάζει τα πάντα, επιφυλάξεις, ενστάσεις, αντιδικίες, διαφορετικές προτάσεις. Από πίτα που δεν τρως, τι σε νοιάζει κι αν καεί, μπορεί να πει κανείς. Μολαταύτα, η όλη υπόθεση διατηρεί το ενδιαφέρον της, δεδομένου ότι η δημοκρατία που επιτρέπουν οι κομματικοί οργανισμοί (δηλαδή οι ηγέτες τους) στο ίδιο τους το εσωτερικό, στα μέλη τους, προδιαγράφει και την ποιότητα της δημοκρατίας που προορίζουν για το σύνολο της κοινωνίας, αν αναλάβουν την εξουσία.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Εικόνες από τον πλανήτη Τζαμπουλάνι

Η κυριακάτικη μουντιαλική επιφυλλίδα του Παντελή Μπουκάλα (Καθημερινή, 20.6.2010)

Δεν πρέπει να έχει υπάρξει άλλο Μουντιάλ (ή Ολυμπιακοί ή άλλοι αθλητικοί αγώνες οικουμενικού βεληνεκούς) όπου η διοργανώτρια χώρα να μιλάει και να χαίρεται για λογαριασμό ολόκληρης της ηπείρου στην οποία ανήκει. Η κοινή επί αιώνες μοίρα, της αποικιοκρατίας, της δουλείας, του εμπορίου ανθρώπων από τους λευκούς αυθέντες, της άκρας φτώχειας, δίνει αυτό το δικαίωμα· κι ακόμα περισσότερο: αναβαθμίζει το δικαίωμα σε χρέος. Στρογγυλή είναι βέβαια η Γη, αλλά δεν είναι μπάλα, γυαλιστερή και ψιλοδουλεμένη, σαν την τωρινή «Τζαμπουλάνι»· έχει πολλές πληγές, ραγισματιές και σκασίματα, που δεν τα μοιράζονται το ίδιο οι τρεις «κόσμοι» της, αλλά ούτε και ο πληθυσμός κάθε χώρας: όσο κι αν οι νοτιοαφρικανικές αρχές απώθησαν εκτός εικόνας τις δικές τους πληγές, κοινωνικές και άλλες (τις παραγκουπόλεις, λ.χ.), δεν έπαψαν να υπάρχουν – όπως δεν έπαψαν να υπάρχουν στην Κίνα μετά την ολυμπιακή «στίλβωση» της γκρίζας πραγματικότητας. Το τέχνασμα της πλαστογράφησης της αλήθειας με την κατασκευή μιας ελκυστικής εμπορεύσιμης βιτρίνας χρησιμοποιήθηκε και στην Ατλάντα και στο Μόντρεαλ και στην Αθήνα βέβαια· δεν είναι αυστηρώς αφρικανικό γνώρισμα, όπως αρκετοί εκ των λοιδορούντων αφήνουν να εννοηθεί.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Για τον Πολίτη, δύο χρόνια μετά το θάνατο του Άγγελου Ελεφάντη

Από τα Ενθέματα της 6ης Ιουνίου

Ο Πολίτης υπήρξε το επίκεντρο της διανοητικής και πολιτικής δραστηριότητας του Άγγελου Ελεφάντη, έργο ζωής, ταυτισμένο μαζί του, όλα τα χρόνια της μεταπολίτευσης, μέχρι και τον θάνατό του. Ταυτόχρονα, υπήρξε ένα περιοδικό με ιδιαίτερα ποιοτικά χαρακτηριστικά και καθοριστική επίδραση στο χώρο των αριστερών ιδεών. Τιμώντας τη μνήμη του Άγγελου Ελεφάντη, καθώς στις 29 Μαΐου συμπληρώθηκαν δύο χρόνια από τον θάνατό του, ζητήσαμε από τον Διονύση Καψάλη, τον Αριστείδη Μπαλτά και τον Παντελή Μπουκάλα, τρεις ξεχωριστούς συνεργάτες του περιοδικού και στενά συνδεδεμένους με τον Άγγελο Ελεφάντη, να καταθέσουν τις σκέψεις τους, σε μια πρώτη προσπάθεια να προσεγγίσουμε τη διαδρομή, τη σημασία, τα χαρακτηριστικά αυτού του τόσο ιδιαίτερου περιοδικού. Τους ευχαριστούμε θερμά για την πρόθυμη ανταπόκριση και τη συμβολή τους. Η συζήτηση έγινε στον πάντα φιλόξενο χώρο του αναγνωστηρίου των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ).

(Συζητείστε για το άρθρο στην σχετική ανάρτηση στο ιστολόγιο των Ενθεμάτων)

Συζητούν ο Διονύσης Καψάλης, ο Αριστείδης Μπαλτάς και ο Παντελής Μπουκάλας

http://enthemata.files.wordpress.com/2010/06/politis-23neo1.jpg

Παντελής Μπουκάλας: Είμαι σίγουρος ότι ο ίδιος ο Άγγελος Ελεφάντης δεν θα αποδεχόταν αυτό που έχει κατά κόρον γραφτεί και ακουστεί: «ο Πολίτης του Άγγελου». Θα προτιμούσε να πούμε «ο Άγγελος του Πολίτη». «Ο Πολίτης του Άγγελου» είναι σαν να θέτει εξαρχής τον Άγγελο σε ένα υπερεπίπεδο από το οποίο διαφεντεύει. Μπορεί να συνέβαινε στην πραγματικότητα αυτό, αλλά τουλάχιστον η εικόνα της συλλογικότητας υπήρχε. Μιλάμε λοιπόν για τον Άγγελο του Πολίτη, και το θέμα είναι ποιοι είμαστε εμείς που μιλάμε, πού μιλάμε, από ποια θέση μιλάμε. Θα πρέπει να ξεκαθαρίσω, εγώ τουλάχιστον, ότι δεν αισθάνομαι και δεν είμαι κληρονόμος των ιδεών του Ελεφάντη, γιατί ούτε ο ίδιος θα δεχόταν ότι απάρτισε ένα σύστημα ιδεών, το οποίο θα ήθελε να κληροδοτήσει. Περισσότερο θα ήθελε να πει ότι κληροδότησε ένα σύστημα αισθημάτων απέναντι στην Aριστερά, όχι ένα ολικό συγκεντρωτικό πράγμα που πρέπει εμείς ή ο οποιοσδήποτε να το συνεχίσουμε. Το λέω αυτό, για να μη δούμε πάλι γραμμένες τίποτα επιπολαιότητες για «τα ορφανά του Ελεφάντη». Ακόμη και αν εγώ αισθανόμουν τον Άγγελο σαν πνευματικό μου πατέρα, δεν θα μπορούσα να αυτοχαρακτηριστώ, και δεν θα δεχόταν να με χαρακτηρίσει οποιοσδήποτε άλλος, «ορφανό του Άγγελου». Είμαι ορφανός πολλών πατεράδων, όπως είμαστε όλοι μας ορφανοί πολλών πατεράδων, κι αυτό απορρέει και από τη συλλογικότητα του Πολίτη, από την ιδρυτική του συλλογικότητα, έστω και αν αυτή διασπάστηκε σχεδόν πριν εκδοθεί ο Πολίτης.

Αν θυμηθούμε ότι ήταν τρεις στην εκκίνησή του, η διάσπαση επήλθε πριν καν εκδοθεί το πρώτο τεύχος. Και επισημοποιήθηκε όταν εκδόθηκε το πρώτο τεύχος. Έμειναν οι δύο από τους «τρεις ιεράρχες», και σε πολύ λίγα τεύχη έφυγε και ο επόμενος. Οι «τρεις ιεράρχες» είναι ο Αντώνης Καρκαγιάννης, ο Δήμος Μαυρομμάτης και ο Άγγελος Ελεφάντης.

Η εκκίνηση του περιοδικού

Διονύσης Καψάλης: Θα προσπαθήσω να σας δώσω την ατμόσφαιρα της εποχής. Τον Αντώνη Καρκαγιάννη τον βλέπαμε σαν ένα γλυκύτατο αλλά λίγο απόμακρο προς εμάς κύριο της Αριστεράς. Ήταν ο εμπνευστής του Πολίτη — είχε βαφτίσει και είχε εμπνευστεί πολλά περιοδικά, το Αντί, τον Σύγχρονο Κινηματογράφο, το Τώρα. Ήταν ένας άνθρωπος που γεννούσε ιδέες και γοήτευσε ανθρώπους. Ο Καρκαγιάννης και ο Μαυρομμάτης ήταν ηγετικές προσωπικότητες του λεγόμενου «Χάους», ένα ρευστό πολιτικό μόρφωμα που εμείς το βλέπαμε λίγο αφ’ υψηλού και με κάποια δόση αλαζονείας· δεν μπορούσαμε τότε να καταλάβουμε τι βάρος εμπειρίας σήκωναν αυτοί οι άνθρωποι. Σας θυμίζω ότι ο Ελεφάντης, μέσα στη δικτατορία, είχε γράψει ένα καταπληκτικό κείμενο στον Αγώνα, τχ. 2, «Μερικές απόψεις για το Χάος ή Το χάος μερικών απόψεων», όπου κι ένα προσφυέστατο μότο από τον Ησίοδο «ἐκ Χάεος δ’ Ἔρεβός τε μέλαινά τε Νὺξ ἐγένοντο». Το κείμενο αυτό, όπως μάθαμε μετά, γεννήθηκε από μια συζήτηση του Άγγελου με τον Δήμο Μαυρομμάτη στο Παρίσι.

Ο Δήμος Μαυρομμάτης είναι φορέας της πολύ μεγάλης απογοήτευσης που κουβαλούσε ένα σοβαρό από κάθε άποψη κομμάτι της Αριστεράς. Θα ήταν χρήσιμο κάποτε να μπούμε για λίγο στη θέση αυτών των ανθρώπων, των χιλιάδων αριστερών, που μια ωραία πρωία, στα νησιά και στις φυλακές όπου βρίσκονται, μαθαίνουν ότι η Σοβιετική Ένωση εισέβαλε στην Τσεχοσλοβακία. Η προηγούμενη γενιά είχε αναγκαστεί να καταπιεί την Ουγγαρία. Αυτή η γενιά, ευτυχώς για όλους μας, δεν κατάπιε την Τσεχοσλοβακία. Ο Άγγελος ήταν από τους λίγους ανθρώπους, απ’ όσους παρέμειναν ενταγμένοι, που καταλάβαινε τι σήμαινε μια Αριστερά στην οποία κάθε γενιά ακυρώνει την ιστορία της: ένα είδος σπασμωδικής Αριστεράς. Υπήρχαν και άλλοι βέβαια, πολλοί, που μίλησαν γι’ αυτά τα πράγματα, αλλά ο Άγγελος ήταν ίσως ο μόνος που έκανε κάτι με αυτή την κατανόηση. Η κίνηση των 400 λ.χ., ήταν ουσιαστικά μια προσπάθεια του Ελεφάντη να δώσει πολιτική κατεύθυνση σε αυτό το μόρφωμα, να πολιτικοποιήσει την –υγιέστατη– απέχθεια του «Χάους» προς κάθε έννοια κομματικής καθοδήγηση και ανελευθερίας.

Εκεί νομίζω ότι ρίχτηκε και ο σπόρος του Πολίτη: ενός περιοδικού πολιτικής παιδείας, που θα επιχειρούσε να συνοψίσει αυτό το κλίμα και αυτό τον κόσμο. Οι τρεις ιεράρχες, όπως τους λέει ο Παντελής, Καρκαγιάννης, Μαυρομμάτης και Ελεφάντης, συνυπάρχουν τότε στις εκδόσεις Ολκός, στην οδό Υπατίας 5, δίπλα στη Μητρόπολη. Ποικιλία και ζωντάνια ήταν τα χαρακτηριστικά εκείνων των γραφείων. Στο ένα δωμάτιο έβγαινε ο Πολίτης, στο άλλο ο Γιάννης Χάρης μετέφραζε τις επιστολές του Μαρξ, πιο κει κάποιος ερχόταν από το Παρίσι, η Στέλλα Γεωργούδη, λόγου χάρη, για να μεταφράσει το Μύθος και σκέψη στην αρχαία Ελλάδα του Ζαν-Πιέρ Βερνάν, και παραδίπλα, αν θυμάμαι σωστά, μπαινόβγαιναν τα παιδιά του Σύγχρονου Κινηματογράφου. Βιβλία όπως το Φασισμός και δικτατορία του Πουλαντζά και η Ελληνική τραγωδία του Τσουκαλά (και τα δύο από τις εκδόσεις Ολκός) γίνονταν αντικείμενο καθημερινής συζήτησης. Από αυτό το κλίμα βγήκε ο Πολίτης.

Θυμάμαι το κείμενο του Αριστείδη που είχε ενθουσιάσει τον Ελεφάντη, «Μια πρόσκληση-πρόκληση» (τχ. 3-4), που αναφερόταν σε μια σημαντική τότε απεργία, δεν θυμάμαι ποια. Ο Ελεφάντης είχε ενθουσιαστεί, γιατί μέσα σε όλο εκείνο το σωρό βρέθηκε κάποιος να μιλήσει για την εργατική τάξη.

Αριστείδης Μπαλτάς: Εγώ δεν έχω εμπειρίες από αυτή την εικόνα, εμφανίζομαι στο περιοδικό αργότερα. Ήξερα τον Άγγελο από το Παρίσι και είχαμε, μπορώ να πω, μια πολύ καλή σχέση, παρόλο που με τα δεδομένα της εποχής θεωρούμουν αριστεριστής. Όταν πρωτοβγήκε ο Πολίτης, στις δικές μου πολιτικές παρέες, στις οποίες ανήκε και ο Σταύρος Λιβαδάς και αρκετοί ακόμη, η πρώτη εικόνα ήταν ότι το περιοδικό έφερνε κάπως προς το «κατεστημένο». Θυμίζω ότι η συντακτική του ομάδα αποτελούνταν από διανοούμενους και καθηγητές που είχε αναδείξει ο αγώνας ενάντια στη δικτατορία, δηλαδή από ό,τι καλύτερο υπήρχε τότε στο πεδίο των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών, των γραμμάτων και των τεχνών. Θέλω να πω ότι εκείνοι που απάρτιζαν τη συντακτική ομάδα δεν φαινόταν να μετέχουν ευθέως στην πολιτική έξαψη που χαρακτήριζε εκείνα τα χρόνια. Εκείνοι με τους οποίους συναγελαζόμουν τότε αγόραζαν το περιοδικό, αλλά τηρούσαν κάποια απόσταση.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Σίξτι(ζ)

Ο Παντελής Μπουκάλας εξηγεί στην Καθημερινή (26.5.2010) πόσο απέχει η αρχαία Κέα από την Ελλάδα στα χρόνια του ΔΝΤ

Ανεπιτυχώς και μάλλον απρεπώς αστεϊζόμενος, πιθανόν παρακινημένος από κάποια εξορκιστικών διαστάσεων διάθεση για μαύρο κι άραχλο χιούμορ, είχα θυμηθεί εδώ και κάνα-δυο χρόνια πριν, επί των ιλαροτραγικών ημερών του κ. Αλογοσκούφη και του κ. Μαγγίνα, δηλαδή του κ. Καραμανλή, το «Κείων νόμιμον»· κι όχι τόσο για να το προτείνω σαν ανακουφιστική θεραπεία του συνταξιοδοτικού και ασφαλιστικού προβλήματος όσο για να ψευτοπαρηγορηθώ ενθυμούμενος και θυμίζοντας ότι πάντοτε υπάρχουν και χειρότερα. Οι τότε αρμόδιοι υπουργοί (όπως και οι προκάτοχοί τους και οι συνεχιστές τους), αντί να μεριμνήσουν ώστε κάτι να κάνουν με την τεράστια εισφοροδιαφυγή και επιπλέον να ασφαλίσουν τους αμέτρητους ανασφάλιστους για να υποστυλώσουν τα καταρρέοντα Ταμεία, είχαν υποσχεθεί (εκ του κενού στο κενό) ότι οι εργαζόμενοι που θα αποφάσιζαν να δουλέψουν τρία χρόνια παραπάνω θα επιβραβεύονταν με πενήντα ευρώ για κάθε μήνα, εφάπαξ.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Πώς μυρίζει το Πάσχα;

Σημειώνει ο Παντελής Μπουκάλας στην Καθημερινή (1.4.2010):

«Το όνομα «Μεγάλη Εβδομάδα» μένει ακόμα, αλλά έχει βραχύνει, έχει μειωθεί και ποσοτικά και ποιοτικά. Αίφνης, ό,τι προ εικοσαετίας δεν θα ακουγόταν καν γιατί και μόνο το άκουσμά του θα εκλαμβανόταν (και όχι μόνο από τους πιστεύοντες) ως προσβολή, τώρα θεωρείται δεδομένο. Εννοώ, λ.χ., τη διοργάνωση αγώνων ποδοσφαίρου ή μπάσκετ Μεγάλη Πέμπτη ή και Μεγάλο Σάββατο, για να συμφύρεται έτσι το τρίποντο με το «λόγχη εκεντήθη» ή η χαρά του γκολ με τη χαρά της αναστάσιμης πανηγύρεως. Μα, έτσι προστάζουν οι Ευρωπαίοι, θα πει κανείς, αλλά δεν είναι σίγουρο ότι έχει δίκιο, γιατί και οι δικοί μας ιθύνοντες ορίζουν αγώνες στην καρδιά της Μεγαλοβδομάδας, όπως άλλωστε και στις εθνικές εορτές. Αλλά, φαντάζομαι, κανένα νόημα δεν έχουν απορίες ή ενστάσεις αυτού του τύπου όταν στη μνήμη μας υπάρχει ο βομβαρδισμός της Σερβίας ανήμερα το Πάσχα, από επιδρομείς χριστιανότατους βέβαια».

[ολόκληρο το κείμενο εδώ]

Ο Χρόνης Αηδονίδης και η Νεκτραία Καραντζή ψάλλουν τα εγκώμια της Μ. Παρασκευής, μια σύνθεση σπάνιας ομορφιάς, με εξέχουσα θέση στην εκκλησιαστική ποίηση

Το Θέατρο δεν παραγνωρίζει, βεβαίως, ούτε την εκλεκτική συγγένεια της θρησκείας με το θάνατο, ούτε «τι είν’η Πατρίδα μας»: τον ιδεολογικό ρόλο της Εκκλησίας και τις χρήσεις του βυζαντινού τελετουργικού από εθνικόφρονες και νεο-ορθόδοξους, τους τραμπουκισμούς για την απόσπαση του Αγίου Φωτός και την υποδοχή του (του Φωτός…) ως αρχηγού κράτους, την -αιματηρή, συχνότατα- οικοδόμηση και αποδόμηση του «αγαπάτε αλλήλους» από χριστιανούς που δεν είχαν το Χριστό τους, τον πρωτόγονο αντιεβραϊσμό της χριστιανικής υμνογραφίας, την υποκρισία των νηστευόντων πριν τσακίσουν τον αγλέορα και τον πόνο των ανέστιων, η μοναξιά των οποίων γίνεται πιο αφόρητη τις μέρες που όλοι σμίγουν και αγαπιούνται, στ’αλήθεια ή από έθιμο.

Την ίδια στιγμή, ωστόσο, ομολογεί τη συγκίνησή του από την ομορφιά της ακολουθίας της Μεγάλης Εβδομάδας, χαζεύει στην τηλεόραση στιγμιότυπα απ’τον χιλιοπαιγμένο «Ιησού από τη Ναζαρέτ», διαλέγει προσεκτικά μια λαμπάδα για δώρο στους πιο αγαπημένους, ψάχνει κείμενα του Σάββα Αγουρίδη και του Παναγή Λεκατσά στην Αυγή και την Εποχή, (και βρίσκει εδώ ένα πρόσφατο του Χρήστου Λάσκου), ζαλίζεται απ’τη μυρωδιά έξω απ’το Lido, θα δεχόταν με χαρά ως δώρο τα πασχαλινά διηγήματα του Παπαδιαμάντη (πόσο συνεπής, ιδεολογικά, οφείλει να είναι η απόλαυση της ανάγνωσης;), ανυπομονεί να τσουγκρίσει  κόκκινα αυγά και να γυρίσει τη σούβλα (όχι την ηλεκτρική…), και θα ευχηθεί σε φίλους και γνωστούς «Χρόνια Καλά»  με την καρδιά του- αντί «Χριστός Ανέστη».

Κι όλα αυτά, για τον απλούστατο λόγο ότι οι γιορτές είναι καλύτερες από τις άλλες μέρες και διότι ο Παντελής Μπουκάλας έχει δίκιο: οι γιορτάδες μέρες πρέπει να ξεχωρίζουν απ’ τις άλλες. Πρέπει να μυρίζουν γιορτή.