Συνέντευξη του Χριστόφορου Βερναρδάκη στην Εποχή

Ο πολιτικός επιστήμονας και σύμβουλος της εταιρείας ερευνών VPRC Χριστόφορος Βερναρδάκης μιλάει στην Εποχή (10.10.2010) και τον Πάνο Λάμπρου για τις τάσεις ενόψει των δημοτικών και περιφερειακών εκλογών, καθώς και για τις αλλαγές που κυοφορούνται όσον αφορά το κομματικό σύστημα.

Μίλαγαν πολλοί, από το χώρο της αριστεράς, για θερμό φθινόπωρο. Σε αντίθεση, όμως, με τη Γαλλία, στην Ελλάδα, το φθινόπωρο, κοινωνικά είναι μάλλον ψυχρό.
Και στην Ελλάδα υπάρχει μεγάλη κοινωνική ένταση, αλλά ο χρόνος που θα εκδηλωθεί δεν είναι εύκολα προβλέψιμος. Υπάρχει κοινωνική ένταση, αλλά αυτή τη στιγμή δεν εκφράζεται με τη μορφή κινητοποιήσεων.

Πώς εκφράζεται; Μήπως εκφράζεται με απομάκρυνση από τις πολιτικές διεργασίες;
Μπορεί να υπάρξει έκρηξη από μια ασήμαντη αφορμή. Υπάρχει, βέβαια και απογοήτευση ως προς την αποτελεσματικότητα των κοινωνικών εκρήξεων. Σήμερα, παρότι η κατάσταση έχει επιδεινωθεί, η αναζήτηση ατομικών λύσεων είναι έντονη. Ως προς την πολιτική συμπεριφορά, παγιώνεται μια σχέση 6 προς 4. Έξι στους δέκα είναι εκτός εκλογικού σώματος, δηλαδή δεν θα πάνε να ψηφίσουν ή θα ψηφίσουν λευκό ή άκυρο. Μόλις 4 θα πάνε να ψηφίσουν και βέβαια θα ψηφίσουν οτιδήποτε. Εδώ και έξι μήνες αυτή η σχέση είναι παγιωμένη. Δεν θα εκφραστεί απόλυτα σε επίπεδο δημοτικών εκλογών, γιατί αυτές έχουν το προσωπικό στοιχείο έντονο. Είναι θεσμός περισσότερος συμμετοχικός. Θα το δούμε, όμως, πιο έντονα στις περιφερειακές εκλογές, κυρίως στο δεύτερο γύρο και φυσικά στις επόμενες βουλευτικές.

Για το κόμμα του μνημονίου

Οι νέες συνθήκες, οι κοινωνικές αλλαγές που θα προκύψουν από την εφαρμογή των οικονομικών μέτρων, μπορούν να οδηγήσουν στη δημιουργία “κόμματος του μνημονίου”; Σου θυμίζω ότι επί εποχής εκσυγχρονισμού είχαμε μια τέτοια εξέλιξη.
Δεν αποκλείεται. Η εκτίμηση με βάση τα δεδομένα από τις έρευνες, είναι ότι στις εκλογές του Νοεμβρίου θα υπάρξουν δύο μεγάλα μηνύματα. Το πρώτο μήνυμα θα είναι η μεγάλη αποδοκιμασία της κυβερνητικής πολιτικής και το δεύτερο ένας πολύ μεγάλος, για τα ελληνικά δεδομένα, κατακερματισμός πολιτικών συμπεριφορών. Αυτά τα δύο, την επομένη των εκλογών, θα δημιουργήσουν ένα νέο πολιτικό τοπίο. Το ΠΑΣΟΚ ως κεντρικός μηχανισμός, δεν θα μπορέσει να διαχειριστεί τη νέα κατάσταση. Αναγκαστικά θα οδηγηθεί στην αναζήτηση συμμαχιών. Κοινωνικές συμμαχίες δεν είναι εύκολο να βρει. Ο εκσυγχρονισμός ήταν μια συμμαχία ανερχόμενων μεσοστρωμάτων, επιχειρηματικών τάξεων με ένα κομμάτι της μισθωτής εργασίας, κυρίως του δημόσιου τομέα. Αυτή η συμμαχία δεν προκύπτει σήμερα. Ούτε μερίδες των μισθωτών φαίνεται να δίνουν τη συναίνεσή τους στο μνημόνιο, ενώ μην ξεχνάμε ότι πλήττεται πολύ ένα μεγάλο κομμάτι των μεσοστρωμάτων.

Πού μπορεί να στηριχθεί το ΠΑΣΟΚ;
Μετά τις εκλογές ανοίγει μια νέα περίοδος. Θα είναι περίοδος πολιτικής κρίσης, που θα εισχωρήσει και στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ. Θα υπάρξουν περισσότερες διαφοροποιήσεις. Ήδη σε επίπεδο κοινοβουλευτικής ομάδας, φαίνεται ότι υπάρχουν διεργασίες, διαρροές, αντιδράσεις. Δεν θα είναι εύκολες οι συναινέσεις. Άλλωστε, ακόμα και από μερίδα του οργανωμένου ΠΑΣΟΚ τίθεται έντονα το ζήτημα της επαναδιαπραγμάτευσης των όρων του μνημονίου, που βεβαίως, δεν μπορεί να γίνει με βάση τις δεσμεύσεις που έχει η κυβέρνηση. Το μόνο που μπορεί να κάνει το ΠΑΣΟΚ, είναι να απαντήσει πολιτικά, επιχειρώντας να δημιουργήσει μια συμμαχία σε πολιτικό επίπεδο, με δυνάμεις που προέρχονται από τη φιλελεύθερη δεξιά και με δυνάμεις που προέρχονται από τη φιλελεύθερη αριστερά.

Εννοείς την Μπακογιάννη και την Δημοκρατική Αριστερά;
Σχηματικά ναι, χωρίς να είναι απόλυτο αυτό. Για την Δημοκρατική Αριστερά δεν μπορώ να είμαι σίγουρος ότι είναι ομόθυμη αυτή η επιλογή, αλλά νομίζω ότι είναι η αντικειμενική τάση.

Η συνεργασία στους δύο κεντρικούς και μεγαλύτερους δήμους της χώρας ανάμεσα στο ΠΑΣΟΚ και τη Δημοκρατική Αριστερά δεν σηματοδοτεί μια τέτοια κατεύθυνση;
Προφανώς. Και το σηματοδοτεί πολύ περισσότερο η περίφημη συνάντηση του Λεωνίδα Κύρκου στο Ζάππειο με το μισό υπουργικό Συμβούλιο, όπου στην πραγματικότητα ετίθετο το θέμα αριστερών συναινέσεων σε αυτή την πολιτική.

Πώς εξηγείς, όμως, ότι σε μια σειρά κρίσιμες περιόδους, δυνάμεις της αριστεράς, όχι μόνο σε επίπεδο κορυφής, δίνουν χείρα βοηθείας στις δυνάμεις της διακυβέρνησης; Το ίδιο είχε συμβεί και την περίοδο του Σημίτη.
Για την περίοδο του Σημίτη είναι πιο εύκολο να το απαντήσει κανείς, γιατί ο εκσυγχρονισμός, έτσι όπως είχε διατυπωθεί τότε, ήταν και μέρος -στη θεωρητική του σύλληψη- του σχεδίου της αριστεράς. Να σου θυμίσω, ότι ο εκσυγχρονισμός ήταν το πρόγραμμα του ιδρυτικού συνεδρίου του Συνασπισμού το 1991. Τότε, βέβαια, ακουγόταν ως αντιπολιτευτικός λόγος έναντι του ΠΑΣΟΚ. Όταν ο εκσυγχρονισμός έγινε κυρίαρχη τάση μέσα στο ΠΑΣΟΚ, ένα κομμάτι του Συνασπισμού, το οποίο ήταν πιο κοντά στις δομές της εξουσίας και τον κυβερνητισμό, απλώς προσήλθε να βοηθήσει. Η αριστερά δεν ήταν εκτός συστήματος, ήταν εντός, και εξακολουθεί να είναι και σήμερα ως ένα βαθμό. Γι’ αυτό η αριστερά βιώνει και αυτή την κρίση του συστήματος. Υπάρχει ένα ιδεολόγημα που λέει ότι το μνημόνιο δεν αποτελεί μια στρατηγική αντίληψη του ΠΑΣΟΚ, αλλά ότι επιβάλλεται από τις ανάγκες της χώρας, οι οποίες είναι συγκυριακές. Αυτό το ιδεολόγημα, το οποίο δεν βλέπει τις βαθιές αλλαγές, που θα φέρει το μνημόνιο στη δομή των κοινωνικών τάξεων, στη δομή της κοινωνίας, στη δομή των πολιτικών κομμάτων και άρα είναι βαθιές και μόνιμες αλλαγές, είναι ο πυρήνας του κυβερνητισμού.

Οι χαμένοι και οι κερδισμένοι των εκλογών

Ποιος θα βγει ενισχυμένος από αυτές τις εκλογές;
Θα βγει η πολιτική διαμαρτυρία και ο κατακερματισμός του παλαιού κομματικού συστήματος.

Η αριστερά μέσα σε αυτή την εκλογική μάχη πώς είναι;
Θα επιβιώσει λόγω του κατακερματισμού.

Λες ότι απλώς θα επιβιώσει. Δεν θα υπάρξει, δηλαδή, αριστερό μήνυμα σε αυτές τις εκλογές;
Δεν θα υπάρξει και αυτό με ευθύνη της ίδιας της αριστεράς. Δεν έχουν υπάρξει ιδανικότερες κοινωνικές συνθήκες για τη δημιουργία ενός μεγάλου μετώπου της αριστεράς. Εάν το ΚΚΕ είχε τη λογική του μετώπου, αν είχε έστω, την πολιτική των δημοτικών εκλογών του 1986, της “συμπαράταξης” δηλαδή, θα κέρδιζε σήμερα η αριστερά περίπου 150 δήμους και 3 περιφέρειες, μεταξύ των οποίων και την Αττική. Αυτό θα σήμαινε αλλαγή του πολιτικού σκηνικού.

Αλήθεια είναι. Αν κρίνουμε μάλιστα από τις δημοσκοπικές έρευνες στην Αττική, όπου το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ κινούνται σε πολύ χαμηλά ποσοστά.
Και αυτό συμβαίνει σε όλη την Ελλάδα. Οι επίσημοι υποψήφιοι των δύο κομμάτων κινούνται σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Αλλά αλλαγή του πολιτικού σκηνικού θα γινόταν αν υπήρχε μια λογική συμπαράταξης των αριστερών δυνάμεων.

Ο Συνασπισμός, προχώρησε σε μια κίνηση, σε επίπεδο Αττικής, συνεργασίας με δυνάμεις που προέρχονται από το ΠΑΣΟΚ. Η κίνηση αυτή έχει δυναμική;
Το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται, εδώ και πολύ καιρό, σε βαθιά, δομική κρίση. Υπό αυτή την έννοια, η κίνηση αυτή έχει ισχυρή βάση. Σου θυμίζω ότι έπαιξε ρόλο και στο συμβολικό ακόμα επίπεδο, η συμμετοχή του ΔΗΚΚΙ στον ΣΥΡΙΖΑ. Στη σημερινή φάση, η συνεργασία γίνεται με δυνάμεις μεγαλύτερες -ως προς την απεύθυνση- αλλά και με ισχυρότερες ιδεολογικές διαφορές. Αν η κίνηση αυτή είχε γίνει από έναν ενωμένο, ελκτικό και ισχυρό ΣΥΡΙΖΑ, θα μπορούσε να είχε πολύ θετικά αποτελέσματα.

Η ριζοσπαστική Αριστερά

Πώς βλέπεις τις δυνάμεις της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής αριστεράς;
Τα μηνύματα δεν είναι αρνητικά. Λόγω του πολύ μεγάλου κατακερματισμού, της πολύ μεγάλης διαμαρτυρίας και της αποδέσμευσης της δημοτικής και περιφερειακής ψήφου από την κομματική, οι υποψήφιοι της αριστεράς θα πάνε καλά. Θα καταγράψουν δηλαδή σε όλες σχεδόν τις περιοχές σχετικά υψηλά ποσοστά, ίσως υψηλότερα από την πολιτική ψήφο. Πάντα, βέβαια, υπάρχει και ο παράγοντας πρόσωπο. Οι δημοτικές εκλογές, είναι και εκλογές προσώπων. Πόσο περισσότερο σήμερα που δεν υπάρχουν ισχυρές κομματικές ταυτίσεις. Υπάρχει μια τρομερή κινητικότητα.

Η εναντίωση στο μνημόνιο, σε επίπεδο δήμου και όχι μόνο στην περιφέρεια, παίζει ρόλο ή μπορεί να πάει καλύτερα ένα σχήμα ποδηλατών για παράδειγμα;
Και τα δύο. Μα και αυτοί ενάντια στο μνημόνιο είναι. Σε κάθε περίπτωση, σε αυτές τις εκλογές, ευνοούνται οι υποψήφιοι που δεν ταυτίζονται με το μνημόνιο. Γι’ αυτό λέω ότι η αριστερά χάνει μια ιστορική ευκαιρία, μοναδική μετά τον εμφύλιο, να ανατρέψει πλήρως το πολιτικό σύστημα, λόγω του κατακερματισμού της. Φαντάσου η αριστερά να είχε 150 δήμους και 3 περιφέρειες και να μπορούσε να υλοποιήσει πρόγραμμα κοινωνικού κράτους μέσα στις τοπικές κοινωνίες. Να αναπληρώσει συντάξεις, κοινωνικές δαπάνες που κόβονται, να διαμορφώσει πλαίσιο κοινωνικής αλληλεγγύης, να υπερασπιστεί τους δημόσιους χώρους και να τους υπερασπιστεί στην πράξη.

Ο ΛΑΟΣ

Ο ΛΑΟΣ, λόγω της θέσης που έχει πάρει για το μνημόνιο θα έχει πρόβλημα; Τι λένε οι μετρήσεις;
Αυτός είναι ο λόγος που στις έρευνες καταγράφεται ως μια δύναμη που έχει πρόβλημα. Υστερεί σημαντικά από την εκλογική του δύναμη. Βεβαίως, όπου έχει ισχυρό πρόσωπο αναπληρώνει αυτή την υστέρηση.

Ας πούμε ο Άδωνις Γεωργιάδης.
Ναι την αναπληρώνει, αλλά δεν τις δίνει κάποια δυναμική. Ο ΛΑΟΣ, ως πολιτικό και οργανωτικό μόρφωμα έχει μπει σε περίοδο δομικής κρίσης. Δεν ξέρω αν θα μείνει και ενιαίος. Υπάρχουν σοβαρές αντιθέσεις.

Το ΚΚΕ

Το ΚΚΕ μπορεί να είναι η έκπληξη των εκλογών;
Όχι, το ΚΚΕ δεν θα είναι η έκπληξη. Το ΚΚΕ θα ήταν η έκπληξη, ως ένα βαθμό, αν είχαμε πολιτικές εκλογές. Η πολιτική διαθεσιμότητα προς το ΚΚΕ εμφανίζεται ισχυρή.

Και γιατί δεν θα εκφραστεί στις αυτοδιοικητικές εκλογές;
Γιατί έχει κάνει επιλογές προσώπων πάρα πολύ στενές. Είναι υποψηφιότητες, που δεν δημιουργούν συνθήκες κοινωνικών συμμαχιών σε τοπικό επίπεδο.

Η αντοχή του ΣΥΡΙΖΑ

Ο ΣΥΡΙΖΑ, με ό,τι προβλήματα έχει σήμερα, αντέχει; Υπάρχει μια κοινωνική βάση που επιμένει στον ΣΥΡΙΖΑ;
Είναι σαφές αυτό και σε επίπεδο έγκυρης ψήφου το ποσοστό ανεβαίνει.

Δηλαδή αν είχαμε σήμερα κοινοβουλευτικές εκλογές;
Θα ήταν στη Βουλή με περίπου 5,5%. Αλλά αυτό δεν πρέπει να εφησυχάζει τους ανθρώπους του ΣΥΡΙΖΑ. Προκύπτει γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ έχει μια βάση, η οποία έχει διευρυνθεί. Την τελευταία δεκαετία ο σκληρός πυρήνας της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής αριστεράς έχει διευρυνθεί αρκετά. Έχει, πια, πολύ ισχυρές κοινωνικές προσβάσεις. Αυτό, δημιουργεί ένα ισχυρό πυλώνα, που όταν μειώνεται το εκλογικό σώμα, φαίνεται μεγαλύτερο. Αυτό συμβαίνει αυτή τη στιγμή. Άρα, δεν κερδίζει από την κοινωνική δυσαρέσκεια ή από τις πολιτικές μετακινήσεις. Είναι, θα έλεγα, αμυντικού τύπου η διατήρηση των δυνάμεων του. Αλλά η κρίση που υπάρχει στον ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι η μοναδική. Τα άλλα κόμματα βιώνουν ακόμα μεγαλύτερη. Όλα τα κόμματα, μηδέ των Οικολόγων Πρασίνων εξαιρουμένων, βιώνουν μια πολύ μεγάλη κρίση. Στο ΠΑΣΟΚ, στη Νέα Δημοκρατία, στον ΛΑΟΣ και στον ΣΥΡΙΖΑ είναι πολύ έντονο, γιατί έχει υπάρξει και μεγάλη δημοσιότητα. Αλλά επειδή βρισκόμαστε σε μια μεταβατική περίοδο για το κομματικό σύστημα, έχουμε πολλές διεργασίες. Έχουμε σοβαρές ανακατατάξεις παντού. Άρα, την κρίση του ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορούμε να την αντιμετωπίσουμε ως ένα μεμονωμένο γεγονός.

Θα επηρεάσουν τον ΣΥΡΙΖΑ, για τις κινήσεις του την επόμενη μέρα, οι γενικότερες διεργασίες. Τι θα γίνει στο ΠΑΣΟΚ, αν θα υπάρξουν αποδεσμεύσεις κ.λπ.
Είναι προφανές αυτό. Ο δικομματισμός από το 2007, ως εργαλείο πολιτικής διεύθυνσης, βρίσκεται σε δομική κρίση. Αυτή η κρίση του δικομματισμού θα συνεχιστεί. Η αποδέσμευση δυνάμεων από τα δύο μεγάλα κόμματα συνεχίζεται και παίρνει συνεχώς μεγαλύτερες διαστάσεις. Όμως, η αποδέσμευση από το δικομματισμό δεν τροφοδοτεί ευθέως και γραμμικά τις δυνάμεις των μικρότερων κομμάτων ή της αριστεράς. Αυτή τη στιγμή τροφοδοτεί ένα μεγάλο κύμα πολιτικής δυσαρέσκειας και απόσυρσης από την πολιτική διαδικασία. Συνεπώς, το πρώτο στοίχημα για τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και για το ΚΚΕ, έχει χαθεί.

 

Για την Περιφέρεια Αττικής και το δήμο Αθήνας

 

Αν επιβεβαιωθούν οι σημερινές έρευνες για την περιφέρεια Αττικής, ποιο θα είναι το μήνυμα;
Πρώτα απ΄ όλα μια μεγάλη ήττα του ΠΑΣΟΚ. Ας πάρουμε το καλό σενάριο για τον υποψήφιο του ΠΑΣΟΚ. Ας θεωρήσουμε ότι περνάει στο δεύτερο γύρο και κερδίζει. Δεν ξέρω πως μπορεί να κρυφτεί το πολιτικό μήνυμα ότι πέρασε με ένα πολύ μικρό ποσοστό στον πρώτο γύρο και κερδίζει στο δεύτερο γύρο με 60% αποχή. Γιατί αυτές είναι οι εκτιμήσεις αυτή τη στιγμή. Βεβαίως, αυτό είναι το καλό σενάριο. Υπάρχει και το κακό σενάριο για τον υποψήφιο του ΠΑΣΟΚ. Να περάσει δηλαδή στον δεύτερο γύρο και να χάσει.

Ο πιθανότερος;
Ο πιθανότερος είναι ο Δημαράς, αλλά δεν μπορώ να αποκλείσω και την περίπτωση του Κικίλια. Επειδή το ΠΑΣΟΚ δεν έχει πουθενά συμμαχίες για το δεύτερο γύρο, επειδή είναι στοχοποιημένο ως το κόμμα του μνημονίου και επειδή το μνημόνιο είναι η βασική παράμετρος όπου θα κριθούν, τουλάχιστον, οι περιφερειακές εκλογές, νομίζω ότι θα χάσει στο δεύτερο γύρο.

Λες ότι ανεξάρτητα ποιος θα είναι ο αντίπαλός του στο δεύτερο γύρο;
Ε, παίζει ρόλο και το πρόσωπο. Επειδή ο Κικίλιας είναι μια ασθενής υποψηφιότητα δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι. Αν, όμως, περάσει ο Δημαράς με τον Σγουρό δεν έχω καμία αμφιβολία ότι θα περάσει ο Δημαράς. Αν περάσει ο Δημαράς με τον Μητρόπουλο, δίνω πολλές πιθανότητες να περάσει ο Μητρόπουλος. Αν περάσει ο Παφίλης με τον Σγουρό, έχει πολλές πιθανότητες να περάσει ο Παφίλης.

Όχι. Η πιθανότερη εκδοχή για την Αττική είναι Δημαράς – Σγουρός.

Στο Δήμο της Αθήνας, τι τάσεις έχουμε;
Η δική μας έρευνα έγινε πριν ανακοινωθεί η υποψηφιότητα της Ελένης Πορτάλιου. Η Αθήνα, ως φαίνεται, θα παραμείνει στη δεξιά. Η διαφαινόμενη νίκη του Κακλαμάνη προκύπτει στη βάση μιας μεγάλης αποδοκιμασίας του δημοτικού του έργου. Το ποσοστό αποδοχής του δημοτικού του έργου είναι στο 20%. Αν το σκεφτείς, με αυτό το ποσοστό δεν κερδίζεις εκλογές. Είναι μια τρομερή αντίφαση.

Πώς προκύπτει αυτή αντίφαση;
Προκύπτει, γιατί απέναντι στη διακυβέρνηση Κακλαμάνη, υπήρξε μεν, μια κινηματική και προγραμματική αντιπολίτευση από την Ανοιχτή Πόλη, αλλά δεν είχαμε όλο αυτό το διάστημα ένα προβεβλημένο πρόσωπο. Πέρα από την Ανοιχτή Πόλη, δεν ήταν ορατή μια άλλη αντιπολίτευση. Το ΠΑΣΟΚ, όλα τα προηγούμενα χρόνια, το χειριζόταν μικροκομματικά. Σήμερα παρεμβαίνει με ένα σχήμα του μνημονίου. Αλλά όπως είπαμε στις δημοτικές εκλογές παίζουν ρόλο και τα πρόσωπα. Είχαμε κινήματα, είχαμε παρεμβάσεις, αλλά δεν υπήρξε όλη αυτή την τετραετία ένα πρόσωπο που να είχε προβληθεί, να είχε καταγραφεί ως ηγετικό. Μην ξεχνάς ότι η υποψηφιότητα της Ελένης Πορτάλιου ανακοινώθηκε πριν λίγες ημέρες. Έχω την αίσθηση ότι η Ελένη Πορτάλιου θα κατέγραφε υψηλά ποσοστά αν είχε οριστεί υποψήφια δήμαρχος εφτά μήνες πριν. Τώρα, ο χρόνος είναι πολύ λίγος, αλλά νομίζω ότι τελικά θα πάει καλά.


Advertisements

Ουμπέρτο Έκο: Πώς να ψηφίσετε στις επόμενες εκλογές

Στη θαυμάσια ιστοσελίδα της Δημοτικής Αλλαγής (του σχήματος που στηρίζει η ριζοσπαστική αριστερά στην Άρτα και του οποίου επικεφαλής είναι η Όλγα Γεροβασίλη), ο Ουμπέρτο Έκο προτείνει στους ψηφοφόρους δεκάδες λόγους για να ξεκολλήσουν από την εμμονή στη «χρηστή διαχείριση».

Καθώς δημοσιεύονται σιγά – σιγά τα ψηφοδέλτια αρχίζουν και οι αντιδράσεις αγαναχτισμένων δημοσιογράφων και ανήσυχων πολιτών γιατί πολλά πρόσωπα, ύποπτα για παράνομες ενέργειες και ατασθαλίες, βρίσκονται στις πρώτες θέσεις σαν υποψήφιοι που θ’ αντιπροσωπεύσουν το λαό στο κοινοβούλιο. Από κάτι τέτοια βγάζει κανείς μαύρα συμπεράσματα για το μέλλον μας.

Εγώ θα ήθελα να ηρεμήσω τα πνεύματα, αποκαλύπτοντας πως, στην Ιταλία, η κατάσταση είναι καλύτερη από παντού αλλού. Κι ας δούμε το γιατί.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Συνταγή για να γίνεις δήμαρχος

Ο Σωτήρης Παπαμιχαήλ (Διαδρομές, φύλλο 9, Σεπτέμβριος 2010) μας δίνει τα υλικά της επιτυχίας, αρκεί εμείς να βάλουμε τον δήμαρχο.

Δεν ξέρω πόσοι πιστεύουν ότι η διεκδίκηση της Δημαρχίας είναι ένας αγώνας ανάμεσα σε σοβαρές προτάσεις και προγράμματα, όμως η αλήθεια είναι πως τα πράγματα δεν είναι καθόλου έτσι. Υπάρχει μια συνταγή για να γίνει κάποιος δήμαρχος, που πάντα πετυχαίνει και μπορεί να τη δοκιμάσει ο καθένας. Βέβαια θέλει, όπως κάθε συνταγή, δουλειά, ακρίβεια συνέπεια.

Αλλά ας ξεκινήσουμε με τη συνταγή για υποψήφιους δημάρχους. Παίρνουμε τρία αυγά!!! Λάθος, παίρνουμε τις τρείς ηλικίες, (Νεολαία, Μέση ηλικία και Τρίτη ηλικία). Από αυτούς θα ζητήσουμε ψήφο κι έτσι, με βάση τα χαρακτηριστικά και τις ιδιαιτερότητες αυτών, θα δουλέψουμε ώστε να φτιάξουμε το ψηφοδέλτιο που θα μας δώσει τη νίκη.

Ας ξεκινήσουμε από την τρίτη ηλικία κι ας δούμε λοιπόν τι χρειάζεται αυτή ώστε να μας ψηφίσει.

1. Χρειαζόμαστε μερικούς γιατρούς (καλό θα είναι να εργάζονται στο ΙΚΑ). Όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των γιατρών τόσο καλύτερα. Οι γιατροί του ΙΚΑ κυρίως (αλλά και όλοι οι γιατροί) μπορούν να επηρεάσουν μεγάλο αριθμό ψηφοφόρων της τρίτης ηλικίας, διότι οι ηλικιωμένοι τους εμπιστεύονται και έχουν τακτική επαφή μαζί τους.

2. Δημιουργούμε καλές σχέσεις με τους παπάδες σε κάθε ενορία. Εκκλησιαζόμαστε τακτικά και προσπαθούμε να δίνουμε την εντύπωση του καλού χριστιανού, που σέβεται τις θρησκευτικές παραδόσεις. Επίσης βάζουμε στο ψηφοδέλτιό μας μια δόση εκκλησιαστικών παραγόντων (ταμίες ενοριών, ψάλτες κλπ.)

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Δημοτικές εκλογές: “χρηστή διαχείριση” ή επιστροφή στην πολιτική;

Ο Χάρης Κωνσταντάτος εξηγεί στην Αυγή (22.9.2010) γιατί στις τοπικές εκλογές δεν μπορούμε να ξεμπερδέψουμε επιδιώκοντας (ή υποσχόμενοι) τη «χρηστή διαχείριση» και το τέλος της διάκρισης Αριστεράς-Δεξιάς. Προτείνει, επιπλέον, να μην αφήσει η Αριστερά την Ακροδεξιά να μονοπωλεί το πολιτικό πάθος.

[…] Τα τελευταία χρόνια, με την κυριαρχία του νεοφιλελεύθερου μοντέλου, ο κυρίαρχος λόγος για την ανάπτυξη και διακυβέρνηση της πόλης αποπολιτικοποιήθηκε: η διαχείριση της ζωής στην πόλη έγινε ζήτημα οικουμενικών «βέλτιστων» λύσεων (π.χ. διαχείριση των περιβαλλοντικών ζητημάτων), και η διαχείριση των κοινών μετατράπηκε σε στενά οργανωτικό ζήτημα (βλ. και την περί «οριζόντιας διακυβέρνησης» και «διαβούλευσης» φιλολογία).

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Τίνος το όνομα είναι ο Αλέξης Μητρόπουλος;

Στην έξοχη πραγμάτευσή του των μετεπαναστατικών ταξικών συγκρούσεων στη Γαλλία, ο Μαρξ παρακολουθεί την ανάρρηση του Λουδοβίκου Ναπολέοντα στην εξουσία. «Ο Ναπολέων», μας λέει, «δεν ήταν ένα πρόσωπο, αλλά ένα πρόγραμμα»: μόνο έτσι μπορεί να εξηγηθεί πώς συνέβη «ο πιο απλοϊκός άνθρωπος στη Γαλλία ν’αποχτήσει την πιο πολλαπλή σημασία», να γίνει δηλαδή «το συλλογικό όνομα όλων των συνασπισμένων ενάντια στην αστική δημοκρατία κομμάτων».

Ο Μαρξ δε νιώθει την ανάγκη να κολακέψει τον Ναπολέοντα: κάθε άλλο. Σχεδόν θαυμάζει, ωστόσο, τη «συμβατότητά» του με τόσες πολλές και αντιφατικές προσδοκίες της εποχής του, με διαφορετικά αιτήματα και, βεβαίως, διαφορετικές κοινωνικές ομάδες και συναφείς ιδεολογίες.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

ΣΥΡΙΖΑ: Περιχαράκωση ή άνοιγμα;

Στην Κυριακάτικη Αυγή της 12ης Σεπτεμβρίου, και με αφορμή τις  πρόσφατες εξελίξεις στον ΣΥΡΙΖΑ και την υποψηφιότητα Μητρόπουλου, ο Νίκος Φίλης εξηγεί ότι «η μετακίνηση ψηφοφόρων από τα μεγάλα κόμματα είναι μια σύνθετη διαδικασία, κατά την οποία η ηγεμονία της αριστεράς δεν αφορά μόνο τη βάση, αλλά πρέπει να επηρεάζει και τις πολιτικές εκπροσωπήσεις από τους άλλους χώρους«.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Κρίση μέσα στην κρίση: Πρόσκληση σε διάλογο για την ριζοσπαστική Αριστερά

Εξακολουθούμε να είμαστε με την «λεγόμενη Αριστερά«, θα έλεγε ο Αλτάν, «αφού υπάρχει ακόμα η λεγόμενη Δεξιά«. Τελευταία, ωστόσο, δεν είμαστε και στα καλύτερά μας. Γνωρίζαμε, βέβαια, ότι η εν εξελίξει κρίση δεν θα έφτιαχνε αυτόματα συσπειρώσεις ούτε θα καταργούσε  μονομιάς εγωισμούς – όσοι το πίστευαν, δεν υπολόγισαν προφανώς ότι η οξύτητα της κρίσης είναι συνάρτηση και της αδυναμίας της Αριστεράς΄ για να θυμηθούμε τον σ. Βλαδίμηρο, «δεν είμαστε αδύναμοι επειδή είμαστε διασπασμένοι, αλλά παραμένουμε διασπασμένοι διότι είμαστε αδύναμοι«. Εν προκειμένω -και χωρίς αυτό να αποτελεί δικαιολογία για τίποτα- είμαστε αδύναμοι εξ ορισμού να υποκαταστήσουμε την κοινωνική κίνηση, που παραμένει η κατ’ εξοχήν αναγκαία συνθήκη, αλλά ακόμα αποσπασματική και άνευρη. Αποτέλεσμα -ποιος μπορεί να το αρνηθεί;-, η έξαρση των υποκειμενισμών, η επιστροφή στις παλιές βεβαιότητες και η αποθέωσή τους, η καταφυγή σε λάθη που, στο φόντο της γενικής αμηχανίας, μοιάζουν εγκλήματα. Καθώς δε, όλα αυτά τα συμπτώματα διαπλέκονται με τις εκλογές, παίρνουν διαστάσεις κατακλυσμιαίες. «Αν οι εκλογές άλλαζαν τον κόσμο, θά΄ταν παράνομες», λέει το γνωστό τσιτάτο, αλλά η Αριστερά που μας ενδιαφέρει, συνηθίζει κάθε τόσο να πατάει στο άλλο άκρο, με ό,τι επώδυνο αυτό συνεπάγεται για τους αριστερούς.

Διαβάζω αρκετά σε μπλογκ φίλων και συντρόφων: συμφωνώ με κάποια, διαφωνώ με πολλά. Σκέφτομαι όμως ότι, σε κάθε περίπτωση, όποιες κι αν είναι οι εκτιμήσεις για επιμέρους χειρισμούς και συγκεκριμένες στάσεις και -κυρίως- ό,τι κι αν ξημερώσει την επομένη των εκλογών, είναι ζωτικά αναγκαίο να υπάρχουν χώροι νηφάλιας συζήτησης, αποτίμησης, συνύπαρξης και αλληλεγγύης, για λόγους που δε νομίζω πως χρειάζεται να εξηγήσει κανείς. Αντίθετα δε, με ό,τι συμβαίνει στο ασφυκτικό τοπίο που διαμορφώνουν τα Μέσα, στο Διαδίκτυο η συζήτηση αυτή μπορεί να γίνεται με όρους ευνοϊκότερους.

Με αυτές τις σκέψεις, θα πρότεινα να ξεκινήσει ένας δημόσιος διάλογος ανάμεσα σε μπλόγκερ εγνωσμένης ευαισθησίας, νηφαλιότητας και ανησυχίας για την «αποδώ πλευρά». Εντελώς ενδεικτικά, θα πρότεινα ο διάλογος αυτός να ξεκινήσει με τον Σκύλο της Βάλια Κάλντα, τον Ροϊδη, το Νίκο Σαραντάκο, τον Antistachef, το Βλέμμα, τα Καλώδια, τους Τζέκυλ και Χάιντ, το «Μετά την Εφημερίδα», τον Θανάση Τσακίρη, τον Νταλικιέρη, τον Left-liberal synthesis, τον Αστυάνακτα και τον Άρη Χατζηστεφάνου΄ ο κατάλογος των συμμετεχόντων μπορεί -προσωπικά θα το ήθελα- να γίνει πολύ μεγαλύτερος. Τα υπόλοιπα θα τα δούμε στην πορεία – με όλες τις δυνατές σημασίες του όρου…

Δεν διορίζουμε καταστάσεις

Ο Παναγιώτης Βωβός εξηγεί στην Αυγή (8.9.2010) ότι όσα συμβαίνουν στον ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι «μόνο για τις καρέκλες», αλλά σχετίζονται με διαφορετικές αντιλήψεις για το τι πρέπει να κάνει η Αριστερά μέσα στην κρίση και ενόψει των εκλογών.

Το τελευταίο διάστημα παρακολουθούμε τις θλιβερές εξελίξεις στον ΣΥΡΙΖΑ. Κοινός παρονομαστής όλων των πλευρών είναι η καταδίκη του Μνημονίου και ένα ψηφοδέλτιο μέσω του οποίου αυτή μπορεί να εκφραστεί μαζικά. Στην ουσία συγκρούονται 2 ή 3 λογικές. Η μία λέει ότι ικανά ρήγματα στην πολιτική της κυβέρνησης δεν μπορούν να επιτευχθούν χωρίς τη συνεργασία με δυνάμεις που αποδεσμεύονται από τον χώρο του ΠΑΣΟΚ. Η δεύτερη θεωρεί ότι η αριστερά με έναν αριστερό αντισυστημικό λόγο μπορεί να εκφράσει και τη δυσαρέσκεια του κόσμου του ΠΑΣΟΚ και η τρίτη που λόγω των εξελίξεων προτάσσει μια υποψηφιότητα που εγγυάται την ενότητα του ΣΥΡΙΖΑ.

Στην αγαθή τους εκδοχή αυτές οι διαφορές απόψεων εκφράζουν διαφορετική ανάγνωση και των συνθηκών αλλά και της κοινωνικής μηχανικής που μεταβάλλει συσχετισμούς. Στην ουσία μια διαφορετική αντίληψη για το πώς αλλάζουν τα πράγματα.

Η πρώτη αναζητά τα διαδοχικά βήματα, ενώ η δεύτερη βρίσκεται πιο κοντά στη λογική της εφόδου στη βάση ενός καλού προγράμματος. Η τρίτη λόγω των εσωτερικών αδυναμιών μεταθέτει το ζήτημα για αργότερα. Και οι τρεις αυτές προσεγγίσεις, όπως και αν τις επενδύει κανείς, είναι γνωστές παλαιόθεν στην αριστερά.

Στην πραγματικότητα οι εργαζόμενοι κάθε φορά, αρπάζουν το πιο πρόσφορο και ελπιδοφόρο εργαλείο που τους παρέχει η συγκυρία για να αμυνθούν και να εκφράσουν τις προσδοκίες τους. Η κυριαρχία του δικομματισμού τα τελευταία 35 χρόνια κάτι θα έπρεπε να μας έχει διδάξει. Δεν είναι απλά μια συνωμοσία.

Ελάχιστοι από τους εργαζόμενους που φιλοδοξεί να εκπροσωπεί η αριστερά ψηφίζουν με ιδεολογικό κριτήριο. Αυτό το κάνει μόνο ένα μικρό συνειδητό κομμάτι τους που είναι έτοιμο να ψηφίσει ακόμα και κόντρα στα άμεσα συμφέροντα του προκειμένου να στηρίξει την ελπίδα του για ένα καλύτερο μακρινό μέλλον. Σε περίπτωση που οι ιστορικές συγκυρίες το επιτρέψουν, πράγματι μπορεί να υπάρξουν μαζικές μετατοπίσεις προς τα αριστερά. Αυτές όμως δεν συμβαίνουν στις εκλογές. Εκεί απλώς καταγράφονται. Η άποψη ότι στις τρέχουσες συνθήκες αυτό που λείπει είναι ο ριζοσπαστικός λόγος και το πρόσωπο για να γίνει ένα εκλογικό θαύμα είναι -στην ευγενική εκδοχή- ρηχή.
Δεν χρειάζεται να πάει κανείς μακριά από την αριστερά για να διαπιστώσει πως και γιατί μπορούν να υπάρξουν μετατοπίσεις και προς τα που. Οι κοινωνικοί-ταξικοί λόγοι είναι αυτοί που περιγράφηκαν. Το πιο πρόσφορο εργαλείο.

Πολιτικά όμως ο κόσμος για να μετακινηθεί από έναν χώρο σε άλλον θα πρέπει πρώτα να αρνηθεί τον ίδιο του τον εαυτό όπως υπήρξε. Οι αριστεροί άνθρωποι δείχνουν πόσο πιθανό είναι να συμβεί αυτό. Άλλοι υπερασπίζονται πολιτικές που καταλαβαίνουν ότι είναι εγκληματικές μία ολόκληρη ζωή. Άλλοι προτιμάνε να πάνε σπίτι τους παρά σε κάποιον άλλο χώρο της αριστεράς. Λίγοι, ελάχιστοι μεταπηδούν σε άλλους χώρους. Αντιθέτως όλες οι μεγάλες μετατοπίσεις, που άλλαξαν το σκηνικό προϋπέθεταν διαδοχικά βήματα και συνεργασίες. Μεγάλες υποχωρήσεις, δυσκολίες και πολιτικό ρίσκο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η δημιουργία του Συνασπισμού. Η συνάντηση έγινε γιατί κανείς δεν χρειάστηκε να προσχωρήσει στον άλλο ακυρώνοντας τον εαυτό του, τον οποίο όμως μόλις εγκατέλειπε!

Ειδικά σήμερα και με την εικόνα που παρουσιάζει ο χώρος μας, έχει κανείς την αυταπάτη ότι θα μπορέσει είτε για κοινωνικούς λόγους, είτε για πολιτικούς να γίνει στοιχειωδώς πόλος έλξης για απλό κόσμο, ή κόσμο που αποδεσμεύεται από το ΠΑΣΟΚ; Ή ότι αυτό είναι απλώς ζήτημα ριζοσπαστικού λόγου και προσώπου; Αντιθέτως και εάν πράγματι θέλουμε να στεναχωρήσουμε την τρόικα και την κυβέρνηση και να στείλουμε μήνυμα ελπίδας στους Ευρωπαίους συνάδελφους μας, οφείλουμε να προτείνουμε στους εργαζόμενους το πιο διαθέσιμο μαζικό εργαλείο έκφρασης. Και αυτό δεν μπορεί να περιέχει το αυτοϊκανοποιητικό «εμείς τα λέγαμε». Αντιθέτως πρέπει να δίνει τη δυνατότητα όχι μόνο στον κόσμο της αριστεράς, αλλά και στους απλούς εργαζόμενους και όσους έχουν μια ιστορία στήριξης του ΠΑΣΟΚ να εκφραστούν χωρίς να χρειάζεται να αυτομαστιγωθούν. Να συμμαχήσουν μαζί μας, διατηρώντας την αξιοπρέπεια τους, όσες ενστάσεις και αν μπορεί να έχουμε εμείς. Άλλωστε και εμείς έχουμε να μάθουμε. Και αυτό δεν μπορεί να γίνει συμμαχώντας με κάποιους φανταστικούς άσπιλους ΠΑΣΟΚους ούτε να υποδυθούμε εμείς την καλή 3η του Σεπτέμβρη. Μέτα από 30 χρόνια εξουσίας, δεν υπάρχει μεσαίο στέλεχος ή συνδικαλιστής που να μην έχει και τις μελανές του σελίδες. Κι εμείς άλλωστε περιστερές δεν είμαστε. Και τέλος πάντων αν εμείς μαθαίναμε την επιτυχία ενός αντι-ΔΝΤ προοδευτικού ψηφοδελτίου π.χ. στην Ουγγαρία θα βγάζαμε τι μεζούρες να δούμε πόσο αριστερό ήταν ή θα είχαμε ένα επιπλέον επιχείρημα;

Εδώ πια έχει κανείς να διαλέξει ανάμεσα στο μείζον και το ελάσσων. Αν προτάσσει την απάντηση στο Μνημόνιο, ή την ασφάλεια ότι δεν θα απολογηθεί για τίποτα ύποπτο κρατώντας το μέτωπο του καθαρό. Αν θα δώσει διέξοδο στο κομμάτι της κοινωνίας που θέλει να στείλει μήνυμα κατά του Μνημονίου ή θα επιμείνει σε όλες αυτές τις δικλείδες που θα προστατέψουν την αριστερά από ρίσκα αλλά και δυστυχώς και τον Παπανδρέου από ήττα. Το πώς μπορεί να διαχειριστεί και να ελαχιστοποιήσει κανείς τις επισφάλειες μιας τέτοιας συμμαχίας και τι θα κάνει την επόμενη μέρα, είναι μια σοβαρή συζήτηση που δεν αναιρεί όμως την ανάγκη να κάνει το βήμα.

Περί Τσακνή και άλλων “ευρύτερων”

Σχολιάζοντας την άρνηση του Διονύση Τσακνή να κατέβει υποψήφιος ενός ενωτικού ψηφοδελτίου με τη συμμετοχή του ΣΥΡΙΖΑ, ο Θανάσης Καρτερός σημειώνει στην Αυγή (20.8.2010): «Έχει η αριστερά το κύρος, το βάρος, τη συνοχή, ώστε να πείθει για την περιπέτεια της συνεργασίας; Την εμπιστεύονται όπως είναι σήμερα; Αρέσει όσο φαντάζεται; (…) Και τελικώς είναι η ίδια στέρεο σασί, ικανό να στηρίξει τον κινητήρα της ενότητας, αλλά και να μην τρομάζει τους αγχωμένους υποψήφιους επιβάτες«;

Το αίτημα προς τα κόμματα της αριστεράς να μην πολιτεύονται αυτάρεσκα και να μη θεωρούν δεδομένο το κύρος και τη συνοχή τους είναι, βεβαίως, θεμιτό. Eίναι, όμως, ένα αίτημα που δεν υπαγορεύεται (από) και δεν αφορά πρωτίστως (σε) μεμονωμένα άτομα ή φερέλπιδες υποψηφίους. Με πιο απλά λόγια, τα κόμματα της αριστεράς (από τη μια) και οι προσωπικότητες που θα μπορούσαν να τα εκπροσωπήσουν (από την άλλη) είναι εξ ορισμού μεγέθη άνισα, ετεροβαρή. Δεν μπορεί να καλείται ένα κόμμα να δείξει σε οποιονδήποτε, όσο σημαντικός κι αν είναι αυτός ή αυτή, ότι αξίζει (το κόμμα αυτό) να εκπροσωπηθεί από τον Σημαντικό/ή΄ σε διαφορετική περίπτωση, η αριστερά θα έπρεπε να δεχτεί το ρόλο του εκτροφέα ναρκισσισμών, παραγοντισμών και …κατά το κοινώς λεγόμενο, σταριλικιών, την πλήρη δηλαδή ταύτισή της με τα κόμματα-καρτέλ, η επιβίωση των οποίων εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη δυνατότητά τους να βρίσκουν προβεβλημένες προσωπικότητες ώστε να ανανεώσουν (εικονικά ή στιγμιαία εκλογικά) το ελαχιστοποιημένο γι’αυτά ενδιαφέρον. Το αίτημα μιας τέτοιας επιβίωσης, ιδίως όταν τίθεται λίγο πριν από τις εκλογές, τείνει να πάρει χαρακτήρα εκβιασμού και ομηρίας για το κόμμα που θα βρεθεί στη δυσάρεστη θέση να αποδεχτεί την εξάρτησή του από στιγμιαίες και λαμπερές λύσεις. Σε αντίθεση με τους πρωταγωνιστές της κρίσης της πολιτικής και τους προθύμους, στρατηγικά συγκλίνοντες συνοδοιπόρους τους (την κουβελική «Δημοκρατική Αριστερά», για παράδειγμα), η αριστερά δεν έχει λόγο να υποκύψει σε αυτήν την αυτοακυρωτική λογική.

Σημαίνει, άραγε, αυτό αδιαφορία για την εμβέλεια του μηνύματός της, και μάλιστα σε εκλογές που θα μετρήσουν αντανακλαστικά (της κοινωνίας) και αντοχές (του πολιτικού συστήματος); Προφανώς όχι΄ έχει όμως σημασία το φάρμακο (υποψηφιότητα μεγάλης εμβέλειας) να μη γίνεται φαρμάκι, και μάλιστα διά πάσαν νόσον. Στην περίπτωση των μεγάλων κομμάτων (βλ. υποψηφιότητα Κικίλια εκ μέρους της ΝΔ, για να μείνουμε στα τελευταία), το θέμα είναι το κριτήριο. Στην περίπτωση της αριστεράς, το ζήτημα, κατά τη γνώμη μου, είναι η μεθοδολογία΄ ο τρόπος με τον οποίο δούλεψαν η Ανοιχτή Πόλη και το Ελληνικό, τόσο πριν όσο και μετά τις εκλογές, δεν μου φαίνεται καθόλου «μεθοδολογικά» ξεπερασμένος.

Το σημαντικότερο: οι εκλογές γίνονται μετά το Σεπτέμβρη και τον Οκτώβρη. Και στην παράδοση της αριστεράς είναι γνωστό ότι στην ιστορία υπάρχουν περίοδοι που, μέσα σε μερικές μόλις μέρες, οι πολλοί είναι δυνατό να συνειδοτοποιούν πολλά απ’όσα δεν είχαν καταλάβει για χρόνια, χωρίς η διαμεσολάβηση «ευρύτερων» προσωπικοτήτων να είναι απαραίτητη.

Για την “υποψηφιότητα” Τσακνή στον Δήμο της Αθήνας

Δεν θα με ενοχλούσε αν κατέβαινε ο Τσακνής υποψήφιος του ΣΥΡΙΖΑ (ή και του ΣΥΡΙΖΑ) στον Δήμο της Αθήνας.

Δεν θα με ενοχλούσε, μολονότι μια τέτοια επιλογή δεν θα ήταν ακριβώς αυτό που λέμε «σεβασμός στη συλλογικότητα» (εν προκειμένω την Ανοιχή Πόλη), ούτε ακριβώς χειραφέτηση του χώρου από τους «νόμους» της πολιτικής επικοινωνίας (συνήθως η έμφαση στο «επικοινωνίας»), ούτε ακριβώς επιλογή μακράς πνοής -και μένω σ’αυτά, γιατί οι κατά καιρούς πατριωτικές του εξάρσεις είναι απολύτως δευτερεύουσας σημασίας, τόσο στη συγκυρία που συζητάμε, όσο και στα αυτοδιοικητικά γενικότερα.

Αυτό το οποίο με ενοχλεί, είναι η ψοφοδεής δήλωση κομματικής πειθαρχίας του Τσακνή και υποστήριξης «του συντρόφου Νίκου Σοφιανού», που κατά θαυματουργό τρόπο συνυπάρχει με την -όχι και τόσο μετριόφρονα, εδώ που τα λέμε- φιλοδοξία του να ενώσει την Αριστερά υπό την (ματαιωθείσα) υποψηφιότητά του΄ κι όλα αυτά, λίγες μέρες έπειτα από συνέντευξή του στην Αυγή, όπου, αφήνοντας στην άκρη τον κνίτη μέσα του, δήλωνε τα αυτονόητα: «Ορισμένα ζητήματα τακτικής πρέπει να αναθεωρηθούν, ορισμένα ζητήματα που αφορούν τις συμμαχίες και τον διάλογο πρέπει να ξανατεθούν. Δεν είναι δυνατόν σήμερα να υπάρχουν λογικές αποκλεισμών λόγω διαφοροποιήσεων. Όταν έχεις ένα Μνημόνιο, μια οικονομική βαρβαρότητα η οποία επελαύνει, όταν έχεις τέτοια περιρρέουσα πολιτική, οικονομική, κοινωνική κατάσταση, δεν μπορείς να προβάλλεις μόνο την καθαρότητα των θέσεών σου» .

Αυτό που με ενοχλεί περισσότερο, ωστόσο, (περισσότερο κι απ’τα διλήμματα του Τσακνή, την κνίτικη νομιμοφροσύνη του και τον αριστερό ναρκισσισμό του -εκκωφαντικό, παρεμπιπτόντως, στον τρόπο με τον οποίο τραγουδά), είναι το πώς χειρίστηκαν το θέμα ο ΣΥΡΙΖΑ και ο Συνασπισμός. Με ενοχλεί τόσο η λογική του ταχυδακτυλουργού που βγάζει λαγούς απ’το καπέλο (λέγε με ευκαιριακές επιλογές που υπαγορεύονται από το ακαταμάχητο κριτήριο της επικοινωνιακής απήχησης-του-επιλεγέντος-για-την-άμεση-εκλογική-επιτυχία-της-συλλογικότητας) όσο και η αδυναμία, επιεικώς, του χώρου να περιφρουρήσει τους σχεδιασμούς του από διαρροές, με αποτέλεσμα, όταν οι διερευνητικές επαφές αποτυγχάνουν και οι διερευνώμενοι διαχωρίζουν βιαίως εαυτούς από τη φημολογία (π.χ. η Σακοράφα διαψεύδει με συνέντευξη στο Βήμα και ο Τσακνής στηρίζει δημόσια …ΚΚΕ), ο χώρος και τα μέλη του να εκτίθενται.

Έχει πάψει πια να με συγκινεί η γυρισμένη πλάτη του Τσακνή στο μέλλον και νομίζω πως, στη συγκυρία που διανύουμε, είναι σωστό να μην ψάχνουμε μόνο ανάμεσά μας, όταν στους μεγάλους Δήμους και την περιφέρεια το ΠΑΣΟΚ αναμένεται να πάθει μεγάλο κάζο για τα άθλια μέτρα που προωθεί μαζί με την ακροδεξιά. Από αυτήν την άποψη, νομίζω ότι η παρουσία του χώρου στις επερχόμενες εκλογές -κυρίως, όμως, εκεί που παίζεται το σκληρό ντέρμπι μέσα στην κρίση: δίπλα σ’αυτούς που τσακίζει η κρίση– θα είναι αυτή που πρέπει. Απλά να, η γυναίκα του Καίσαρα, πρέπει να φαίνεται και σοβαρή, εκτός απ’το να είναι.

ΥΓ: Βρήκα το κείμενο σε ένα μπλογκ ονόματι «Ένωση Οπαδών ΣΥΡΙΖΑ», μαζί με το υβριστικό σχόλιο του Neobolshevik90. Δεν θεωρώ καθόλου τιμητική -το αντίθετο: μάλλον δυσφημιστική- την αναδημοσίευση του κειμένου μου σε ένα μπλογκ όπως αυτό των «Οπαδών», όσο αυτό συνεχίζει την …ευγενή παράδοση στον κανιβαλισμό των απόψεων με τις οποίες διαφωνεί -και που «συμβαίνει» να είναι αποκλειστικά και μόνο απόψεις (και φορείς) εντός της Αριστεράς και εντός του ΣΥΡΙΖΑ. Ζήτησα την δημοσίευση του σχολίου αυτού από το εν λόγω μπλογκ, ακριβώς όπως συνέβη με τον Neobolshevik90 και το Θέατρο Δρόμου.