Η ιστορία του καπνού

Στις Αναγνώσεις της Κυριακάτικης Αυγής (5.9.2010), η Άντα Διάλλα ανατρέχει στη Ρωσία του 17ου αιώνα, αναζητώντας εκεί …σήματα καπνού.

MATTHEW P. ROMANIELLO and TRICIA STARKS (eds), Tobacco in Russian History and Culture. From the Seventeenth Century to the Present (Ο καπνός στη ρωσική ιστορία και τον πολιτισμό, από τον 17ο αιώνα έως σήμαρα), New York, London, Routledge, 2009, pp 295.


Ο καπνός διαγράφει σύνορα; Στον 19ο αιώνα τα σύννεφα του καπνού σχημάτιζαν τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ παραδοσιακού και μοντέρνου. Σήμερα, στην εποχή των απαγορεύσεων κατά του καπνίσματος, χωρίζει τους πολιτισμένους (αυτούς που δεν καπνίζουν) από τους απολίτιστους (αυτούς που καπνίζουν)∙ τις πολιτισμένες από τις απολίτιστες χώρες.

Ή μήπως ενώνει; «Το δικαίωμα του απλού ανθρώπου σε ένα καλό τσιγάρο διαπερνά τα ιδεολογικά σύνορα», γραφόταν στο The New Yorker (1954), την εποχή του Ψυχρού Πολέμου και των αδιαπραγμάτευτων ιδεολογικών συνόρων. Νωρίτερα, στον 19ο αιώνα, το κάπνισμα ένωνε άνδρες και γυναίκες, φτωχούς και πλούσιους, Δύση και Ανατολή.
Τι είναι το μυθοποιημένο μα και δαιμονοποιημένο φαινόμενο του καπνού και του καπνίσματος; Απολαυστική ή διαβολική εξάρτηση; αυτοκτονική ή χειραφετητική συνήθεια; Κερδοφόρα βιομηχανία και εμπόριο; Μήπως διαβρωτική εξάρτηση για την αποδοτική εργασία; Τα πολλά πρόσωπα του καπνού, αναλόγως τον χώρο και τον χρόνο, εναλλάσσονται, συνυπάρχουν, αντιπαρατίθενται, μετασχηματίζονται.
Advertisements

Το δικαίωμα στην αντικαπνιστική υστερία

Μια από τις άθλιες φωτογραφίες που «κοσμούν» τα πακέτα τσιγάρων στη Βρετανία.

Δύο μέρες μετά την απαγόρευση του καπνίσματος σε εστιατόρια και μπαρ της Γαλλίας από τον Σαρκοζί, αρχές Γενάρη του 2008, ο Εκόνομιστ σχολίαζε ότι η χώρα όπου το ’68 πρωτοδιατυπώθηκε το «Απαγορεύεται το απαγορεύεται«, γινόταν πολύ πιο περιοριστική απ’όσο κανείς θα μπορούσε να προβλέψει. Συνέχιζε δε ειρωνικά: «Προς τι λοιπόν η φωτογραφία στο Paris-Match τα Χριστούγεννα, με τον Πρόεδρο Νικολά Σαρκοζί να ξεφυσάει το τσιγάρο του πίσω από το γραφείο του στα Ηλύσια Πεδία; Το κάπνισμα απαγορεύεται με νόμο σε όλα τα γραφεία από τον Φεβρουάριο του 2007. Μάλλον όμως τα  Ηλύσια δεν είναι γραφείο με την αυστηρή έννοια του όρου, αλλά παλάτι. Και καθώς ο νόμος δεν αποσαφηνίζει τους κανόνες για τα παλάτια, το να καπνίζεις στο σπίτι σου δεν απαγορεύεται – το εν λόγω είναι, επί του παρόντος, το δικό του. Στην περίπτωση αυτή, λοιπόν, η ευχέρεια με την οποία φωτογραφίζεται ο Σαρκοζί στο σπίτι του καπνίζοντας, δεν είναι κίνηση ανυπακοής, αλλά μάλλον ένδειξη αλληλεγγύης προς την αδελφότητα των καπνιστών«.

Όσο συνέβαιναν αυτά στη Γαλλία, η απαγόρευση του καπνίσματος στην Ελλάδα έμοιαζε όχι μόνο πρακτικά ανεφάρμοστη, αλλά πολιτισμικά αδιανόητη: υπερβολικά «ευρωπαϊκό» αστείο. Η κυβέρνηση του global ανθρωπιστή αθλητή πρωθυπουργού, ωστόσο, το είδε αλλιώς. Το κάπνισμα, άλλωστε, εκτός από βλαβερό για τον καπνιστή και καταπιεστικό (sic) για τον περίγυρό του, είναι δαπανηρό για το κράτος και ολέθριο για την οικονομία: όπως, μεταξύ άλλων, μας πληροφορεί η Free Sunday (29.8.2010), το τσιγάρο ευθύνεται για 700.000 μέρες νοσηλείας στα νοσοκομεία του ΕΣΥ και επιβαρύνει κάθε χρόνο τον κρατικό προϋπολογισμό με δαπάνες ύψους 2.14 ευρώ, ενώ παγκοσμίως το κάπνισμα αποτελεί την πρώτη αιτία θανάτου στις παραγωγικές ηλικίες.

Ομολογώ ότι δυσκολεύομαι να αποφασίσω ποιος είναι ο λόγος που βαραίνει περισσότερο στην απόφαση γι’αυτήν την …αδιάλλακτη αντικαπνιστική εκστρατεία: προφανώς δεν με πείθει το επιχείρημα ότι πρόκειται για πείραμα ελέγχου συνειδήσεων (!), ασφαλώς δεν οφείλεται σε μια προσπάθεια άμβλυνσης των συνεπειών της κρίσης (!) και δεν είμαι σίγουρος ότι το μείζον κριτήριο είναι το συμμάζεμα των κρατικών δαπανών΄ ίσως ο Ευγένιος Αρανίτσης νά’ χει δίκιο να μιλάει για την «ικανοποίηση των ασφαλιστικών οργανισμών, κρατικών και ιδιωτικών, με την ιδέα ότι θα περιορίσουν τα νοσηλευτικά έξοδα, όπως φάνηκε καθαρά στο προηγούμενο της αμερικανικής εμπειρίας». Γιατί, επιπλέον, να μη δημιουργείται, διά της απαγόρευσης, μια νέα smokers-only αγορά και μια νέα ταυτότητα καπνιστή-καταναλωτή -όσο κι αν είναι (το παραδέχομαι) κάπως υπερβολικό να γίνεται τόση φασαρία, διαφημίσεις και πρωτοσέλιδα (κι εδώ πρόθυμη η Καθημερινή) μόνο γι’αυτό. Τι συμβαίνει, λοιπόν;

Όποια κι αν είναι η απάντηση, φαίνεται ότι η κουλτούρα των «δικαιωμάτων» που λανσάρουν οι κυβερνήσεις βρήκε, στην περίπτωση των μη καπνιστών (ή/και αντικαπνιστών), το νέο της φανατικό κοινό. Είναι γνωστό ότι εκεί που η ρητορική περί δικαιωμάτων γενικεύεται, τα δικαιώματα συρρικνώνονται μέχρι εξαφάνισης΄ μπορούμε, ωστόσο, να μην ανησυχούμε. Το κράτος-Πατέρας έχει φροντίσει για τους νέους κατατρεγμένους, τους μη καπνιστές, μια απ’τις ελάχιστες εναπομείνασες κατηγορίες για τις οποίες μπορούμε ακόμα να μιλάμε για κράτος πρόνοιας. Κανείς, βεβαίως, δεν φαίνεται να ενοχλείται σοβαρά που, για μια ακόμα φορά, το κράτος αυτό επιδιώκει να επιβεβαιώσει την κυριαρχία του στον δημόσιο χώρο, αφαιρώντας από αυτόν …τον δήμο, στο όνομα των βλαβερών του συνηθειών: δε νοούνται δημόσιοι χώροι όπου οι πολίτες διαβουλεύονται, παρά μόνο κρατικοί, όπου το κράτος αποφασίζει και απαγορεύει χάριν ενός υπέρτερου αγαθού -εν προκειμένω, της δημόσιας υγείας.

Εκεί που τα βασικά δικαιώματα απειλούνται, οι (αντικαπινιστές) πολίτες -συμβαίνει ήδη αυτό- θα εξαντλούν πια τη μαχητικότητα και την αδιαλλαξία τους στους παραβάτες του μόνου ίσως νόμου που φτιάχτηκε αποκλειστικά γι’αυτούς: του «μόνου σωστού νόμου». Δεν ξέρω αν έχουν γίνει κιόλας οι πρώτες καταγγελίες στην αστυνομία (πολύ πιθανό…), είμαι όμως ήδη μάρτυρας εκδικητικών, στα όρια της γελοιότητας, συμπεριφορών, όπου οι αιώνια καταπιεζόμενοι μη καπνιστές διατρανώνουν το νομικά κατοχυρωμένο πλέον δίκιο τους απέναντι στους μέχρι πρότινος δυνάστες τους: «απαγορεύεται«. Ανάμεσα σ’αυτούς, μπορούν πια να πάρουν την ιστορική εκδίκησή τους οι κυνηγοί κεφαλών δημοσίων υπαλλήλων («καπνίζει, άρα τεμπέλης»), αλλά και οι τυπικοί μέχρι νευρώσεως προϊστάμενοι, που μέχρι σήμερα έπρεπε να υπομένουν την ανευθυνότητα των υπαλλήλων τους και το  απαραδεκτα αντιπαραγωγικό πεντάλεπτο «τσιγαράκι»: τέρμα και τα καπνιστήρια στους χώρους δουλειάς!

Εννοείται ότι κανένας τους, και πάνω απ’όλα ο πατερναλιστικός δικαιωματισμός των κυβερνώντων, δεν διανοήθηκε ότι, καπνιστές και μη καπνιστές θα μπορούσαν να τα βρίσκουν μόνοι τους κάπου στη μέση, ώστε οι μεν να συνεχίσουν να απολαμβάνουν και οι δε να μην εξακολουθήσουν να υποφέρουν. Στην παρούσα φάση, το κράτος  μπορεί να συνεχίσει να υποδεύεται τον προστάτη του «αδύναμου»: το παράδειγμα και οι καιροί αλλάζουν, παραμένοντας βεβαίως οι ίδιοι και χειρότεροι. Η «δημόσια υγεία» των ράντζων, των ανασφάλιστων και υπερεκμεταλλευόμενων γιατρών, των υπερτιμολογήσεων και του φακελακίου βρήκε επιτέλους έναν λόγο να επιχαίρει: οι «αρρώστοι» που αγαπάνε την «αρρώστια» τους είναι πλέον υπό επιτήρηση.